Archive for 2010

Ακροβάτης στο γραφίτη






Εγώ δίπλα στη θάλασσα, χειμώνας του 2010.
Εσύ στην πολυθρονίτσα σου, ξέρω, βράδυ του ίδιου χειμώνα.

Χαρά μου και λύπη μου μαζί.

Είναι το τρίτο μου γράμμα μέσα σε δυο βδομάδες που σου γράφω. Να σε ρωτήσω; Όχι. Φοβάμαι τι θα μου απαντήσεις. Αλλά όχι, θα σε ρωτήσω: θες να σταματήσω; Βαρέθηκες τη γραφή μου; Τα τραγούδια που ακούς διαβάζοντας τις λέξεις μου; Θες να αλλάξεις τη μουσική στα αυτιά σου; Να σε βοηθήσω και σε αυτό; Μπορώ, αν θέλεις. Αλήθεια. Πες μου τι διάθεση θέλεις να΄χω στο επόμενο γράμμα και θα την έχω. Στο υπόσχομαι. Μέχρι τότε όμως μου επιτρέπεις να τη σκαπουλάρω και σα μικρός μαθητής που απρόσμενα γλυτώνει διαγώνισμα να σου ξαναπώ τα δικά μου, γεμάτος χαρά για άλλη μια ευκαιρία που χωρίς καν να κουνήσεις τα χείλη σου μου ξαναδίνω.

Πνίγομαι, όταν σκέφτομαι πόσο σε αγαπάω. Θα με αρχίσεις τώρα με τα ψυχολογικά σου, ξέρω. Αυτό δεν είναι αγάπη, είναι βάσανο, είναι το μνημόνιο του έρωτα! Κι όμως ρε συ, σκέψου το. Θυμάσαι το ραβανί που είχαμε φάει μαζί στο Λονδίνο; Θυμάσαι τί μου είχες πει; Ότι ήταν τόσο γλυκό που σου άρεσε παραπάνω από όσο μπορούσες να αντέξεις. Επαναπροσδιόρισε το «μου αρέσει» μικραίνοντας τα προηγούμενα και ανεβάζοντας τον πήχυ για τα επόμενα. Αλλά σου άρεσε όμως. Και το σκεφτόσουν ξανά την επόμενη φορά που γεύτηκες ραβανί. Και ήταν για σένα το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για κάθε ραβανί που μπήκε στη ζωή σου, και το στομάχι σου, μετέπειτα. Ξέρω ότι εδώ χαμογέλασες και γι’αυτό γράφω αυτή την πρόταση, ώστε να σου δώσω χρόνο μερικών δευτερολέπτων για να σου λείψω πάλι.

Με πονάει η απόσταση. Και σε συνδυασμό με τον πνιγμό που νιώθω, γίνεται δυσβάσταχτη. Αυτό ναι, είναι βάσανο. Έχω κόψει και τα ραβανί όμως εξαιτίας σου. Ευτυχώς που δε φάγαμε κουραμπιέδες στο Λονδίνο. Έκανα πάλι μια μικρή παύση να σε ακούσω να γελάς. Υπερθέαμα κάθε φορά το γέλιο σου, που ποτέ δε βαριέμαι να δω και ακούσω. Ξανά και ξανά, μάτια, μάγουλα, χείλη, μάτια, χέρια, μάτια, μάτια, όλα πάνω σου γελάνε.

Δε θα σε χαιρετήσω, γιατί τελειωμό τίποτα δεν έχει ανάμεσα μας, ούτε ένα απλό γράμμα. Θα σου στείλω μόνο mail για να σου πω ότι σου έγραψα άλλο ένα γράμμα. Εντάξει; E;

Posted in | 2 Comments

Kuipersstraat – μέρος Ι





Έστριψε από τη γωνία της οδού Kuipersstraat δίχως να ελέγξει. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μπροστινό λάστιχο του ποδηλάτου της. Παρατηρούσε την εναλλαγή στεγνού με βρεγμένο στις ράγες του και θυμήθηκε τα λόγια του: «προσπάθησε να μένεις μόνο στο στεγνό ή μόνο στο βρεγμένο, γιατί αλλιώς θα γλιστρήσεις πιο εύκολα». Δεν ήξερε αν είχε κάποιο νόημα αυτή του η συμβουλή. Από μέσα της έλεγε πως μάλλον μαλακία ήταν, αλλά δεν είχε σημασία και γελούσε. Τη γοήτευε το ενδιαφέρον του. Η προσπάθεια του να φανεί άντρας και να την βοηθήσει με τις δυσκολίες της βροχερής καθημερινότητας στο Άμστερνταμ ήταν αρκετή για να αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση φυσικής είχε για την προτροπή του.

Στα 18 τους έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού στο café της ίδιας γωνίας. Έξι η ώρα το απόγευμα, Σάββατο ενός μουντού Νοέμβρη. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τις οροφές των σπιτιών και τα πιο τολμηρά απ’αυτά σεργιάνιζαν στα σκοτεινά κανάλια της πόλης. Δεν έβρεχε κι έτσι η αναμονή του έξω από το café δεν είχε ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες. Η καθαρή βιτρίνα μάλιστα του επέτρεπε να τσεκάρει ξανά και ξανά ότι δεν είχε υπολείμματα φαγητού πάνω στα σιδεράκια των δοντιών. Τη βοήθησε να κατέβει από το ποδήλατο και αμήχανα τη συνόδευσε μέχρι το τραπέζι τους. Άνετη, ως η ωραία του σχολείου εκείνη, πίστεψε ότι του έκανε χάρη που βγήκε μαζί του. Όταν συνειδητοποίησε ότι ύστερα από είκοσι λεπτά συζήτησης φορούσε ακόμα τον κίτρινο της σκούφο, κατάλαβε ότι κανείς δεν έκανε χάρη σε κανέναν. Τα φώτα του café και οι σκιές τους βουτούσαν στο κρύο νερό, καθώς εκείνοι χάζευαν τον γείτονα στο νερό να γυαλίζει την τρομπέτα του. Μόνιμα πάνω στη ράχη του νερού αυτός και το σκάφος του που για χρόνια έμαθε να ξαποσταίνει πάντα στην ίδια όχθη του ίδιου καναλιού.

Posted in | 5 Comments

Ένα μόνο, ένα





Στεκόταν στη σκιά του για χρόνια περιμένοντας ένα άγγιγμα. Δεν επέτρεψε ποτέ σε οποιοδήποτε συναίσθημα να φτάσει σ’αυτόν. Συχνά τον κοιτούσε να κινεί τα χέρια και τη ματιά του στο χώρο και βυθιζόταν στη σκέψη. Τον άκουγε να μιλάει και ήξερε ότι τα αυτιά βοηθούσαν στη σύλληψη του γεγονότος. Το ίδιο γινόταν με τα μάτια όταν παρατηρούσε τις βαθιές ρίγες στο κάτω χείλος του. Όποτε δένανε τα χέρια άφηνε τον έλεγχο στο σύστημα της αφής. Όταν όμως πονούσε, δάκρυζε, έκλαιγε, μισούσε, θύμωνε και πείσμωνε, φοβόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ότι τα πολλά απλωμένα νοητά χέρια που εμπόδιζαν τη φυγή των συναισθημάτων μακριά από την πηγή τους, χάνονταν μονομιάς.

Ανησυχούσε για τον κόσμο των αισθημάτων, τη δημιουργία των οποίων πάντα θαύμαζε, αλλά αδυνατούσε να βάλει σε καλούπια και κανόνες. Και αυτό ήταν σωτήριο, καθώς η κανονικοποίηση τους δε θα επέτρεπε τη γέννηση τους. Δεν τον αγαπούσε μόνο γι’αυτό που ήταν. Τον αγαπούσε, γιατί ήταν η μεγαλύτερη έμπνευση δημιουργίας. Η παρουσία του και μόνο, ο ήχος του, το δέρμα του, η μυρωδιά του, αποκτούσαν διάσταση απόκοσμη και αιτία σωματικής και πνευματικής εγρήγορσης. Αλλά ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να του τα πει όλα αυτά. Γιατί άλλωστε; Όλα αυτά ήταν τόσο λίγα μπροστά σε ένα άγγιγμα. Ένα άγγιγμα μόνο.

Posted in | 4 Comments

She gave him fever – μέρος 3/3



Κενό· δεν είχε προγραμματίσει καμιά της κίνηση. Δεν της είχε περάσει ποτέ ξανά από το μυαλό. Συνόδευσε τα μικρά στο υπνοδωμάτιο τους, τα σκέπασε με μία μπεζ, λεπτή κουβέρτα και τα καληνύχτισε δίχως να τα κοιτάξει στα μάτια. Στον καθρέπτη του διαδρόμου φάνηκε να βηματίζει γρήγορα. Τον κοίταξε φευγαλέα με την άκρη του ματιού της. Στο γυαλί αποτυπώθηκε το ψυχρό, αποφασισμένο βλέμμα. Χαμογέλασε πονηρά, έκανε ένα βήμα πίσω κι έσκυψε μπροστά του. Σηκώθηκε απότομα κρατώντας μια κόκκινη γόβα. Το καστανό της μάλλι φαινόταν ξένο γύρω από το κατάλευκο, παγωμένο της πρόσωπο.

5. 4. 3. 2. 1. Ισόγειο. Το ρολόι με την Ακρόπολη στο φόντο, ακριβώς απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ στο ισόγειο, έδειχνε 01:25. Στο ραδιόφωνο ακουγόταν η Peggy Lee: fever isn’t such a new thing, fever started long time ago. Τον βρήκε γυρμένο στην καρέκλα του θυρωρού να λαγοκοιμάται. Ονειρευόταν πάλι μυστηριώδεις, πρόστυχες ντίβες βαπτισμένες στο χρήμα και τη χλιδή. Γυναίκες που ποτέ δε θα μπορούσε να’χει στο κρεβάτι του. Γυναίκες ηδονικά απόκοσμες, ψεύτικες και τέλειες σαν πορσελάνινες κούκλες. Ήταν ερεθισμένος. Ξύπνησε από τη σκιά της και την παιδική μυρωδιά των ρούχων της που πάντα τον ξενέρωνε.

Από τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου μέχρι τη νυχτερινή τους συνάντηση είχε κλείσει ελάχιστες φορές τα βλέφαρα της. Τον παραξένευσαν τα γουρλωμένα της μάτια και τη ρώτησε αν είχε πυρετό. «Όχι». Η πλάγια επιφάνεια της γόβας έπεσε πάνω στο αριστερό του μάγουλο. Γλίστρησε στο πάτωμα. Η γόβα, το μπρελόκ με τα κλειδιά και ο μαύρος φακός ολοκλήρωσαν το έγκλημα. Η καρέκλα κυκλώθηκε από μία λίμνη αίματος. Όταν εκείνη γύρισε να φύγει, το σχήμα των οπισθίων του στην καρέκλα μόλις είχε αρχίσει να χάνεται. Μαζί με αυτόν.

Posted in | 2 Comments

She gave him fever - μέρος 2/3



Τα πάνινα παπούτσια της ήταν σκονισμένα, μιας κι έπρεπε να διανύσει όλο το Bronx Park αυτό το απόγευμα που οι άερηδες δεν άφηναν ούτε έναν σκίουρο πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Σε καμία περίπτωση δε θα επέλεγε να περάσει μπροστά από τα ελληνικά και ιταλικά εστιατόρια, τα κουρεία, τα μικρά ζαχαροπλαστεία και τα κρεοπωλεία έχοντας μώλωπες στο πρόσωπο. Ποιος θα τους άκουγε μετά. Θα γινόταν το θέμα της συνοικίας για μια βδομάδα. Περισσότερο θα πονούσε από τα επικριτικά και κοροϊδευτικά σχόλια δεξιά κι αριστερά παρά από τις δύο μπουνιές στο πρόσωπο. Ήταν η δεύτερη φορά που κατηγορηματικά δήλωνε στον οικογενειακό της φίλο και επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος, ότι δε θα καταθέσει μήνυση εναντίον του συζύγου της. Και φυσικά καμία κουβέντα για διαζύγιο.

Φοβόταν για’κείνη και για τα παιδιά της. «Πώς μπορώ ν’αναλάβω τη φροντίδα τους όταν για μια ζωή έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα σ’αυτόν τον άνθρωπο;». Στηρίχτηκε ολοκληρωτικά πάνω του αφήνοντας τις μεγάλες της αγάπες, τη μουσική και την αγγλική φιλολογία. Περιστασιακά μόνο δίδασκε πιάνο σε δύο ελληνόπουλα της πολυκατοικίας, αλλά κι αυτό μέχρι να’ρθουν τα δίδυμα. Λίγο ο αλκοολισμός εκείνου, λίγο το δικό της αθώο φλερτ με τον συγγραφέα άρλεκιν του δεύτερου ορόφου, δεν άργησε η βία να μπει ανάμεσα τους. Στην αρχή μελάνιαζαν τα χέρια της, μετά η πλάτη, ενίοτε οι μηροί της. Ανεχόταν το ξύλο σε σημεία που μόνο αυτός και ο καθρέπτης της βλέπανε. Ο δυνάστης θυρωρός είχε τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της. Εκείνη θα έκανε υπομονή μέχρι τα μικρά να κλείσουν τα δύο, το πολύ τα τρία, όπως έλεγε στη μάνα της. Πριν από λίγους μήνες τα δίδυμα κλείσανε τα πέντε και το ίδιο βράδυ πήγε μόνη της στο νοσοκομείο για υποτιθέμενη πτώση από σκάλα.

Το βράδυ έπεφτε κι εκείνη άφηνε πίσω της το αστυνομικό τμήμα κοιτώντας προς τη μεριά του πάρκου που βρίσκεται το σπίτι της και μαζεύοντας σε μια γωνιά του προσώπου της τα καστανά μαλλιά που άκομψα ανακάτεψε ο αέρας.

Βγήκε από την πόρτα του ασανσέρ μ’ένα ψεύτικο κόκκινο χαμόγελο που έμοιαζε σαν το πλέον κατάλληλο αξεσουάρ για το κόκκινο τζιν. Ο βηματισμός της στο διάδρομο διακόπηκε απότομα όταν τα δύο μικρά της της όρμηξαν πετώντας την μπάλα πίσω της. Το χαμόγελο, που είχε φορεθεί ήδη από το σβήσιμο του αριθμού 6 στο ασανσέρ, πλέον έβγαινε αβίαστα. Όπως αβίαστα βγήκε και το δάκρυ στα δυο της μάτια. «Γιατί κλαις, μαμά;» ήταν η ερώτηση για να δοθεί η απάντηση «σκόνη από το πάρκο, αγάπη μου».

Posted in | 9 Comments

She gave him fever - μέρος 1/3


[red fever]

Έκλεισε τη ροζ πόρτα της Rolls-Royce, στάθηκε για ν’ανάψει τσιγάρο και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Ο θυρωρός από την απέναντι πολυκατοικία σηκώθηκε από τη θέση του για να δει τον ιδιοκτήτη του εκκεντρικού αυτοκινήτου. Γούρλωσε τα μάτια του όταν αντιλήφθηκε για ποια πρόκειται κι εκτινάχτηκε πίσω στην καρέκλα του. Την ίδια στιγμή η κουρτίνα του πρώτου ορόφου επέστρεφε στην αρχική της θέση έπειτα από το στιγμιαίο άνοιγμα της από τη γηραιά ένοικο. Ένα τέτοιο αυτοκίνητο δε θα περνούσε απαρατήρητο σε μια τόσο φτωχή γειτονιά του Bronx. Το φύλλο της εφημερίδας που πέρασε πανικόβλητο δίπλα από την κόκκινη γόβα της οδηγού είχε ημερομηνία 10-21-1971 και η πράσινη ταμπέλα της οδού έγραφε Fordham Street. 

Αν και ήταν ένα από αυτά τα αέρινα φθινοπωρινά βράδια της Νέας Υόρκης, η μυστηριώδης οδηγός φορούσε ένα μεγάλο κόκκινο καπέλο που τη βοηθούσε να κρύβει επιμελώς τα μαλλιά και το βλέμμα της. «Στον 5ο», απάντησε σοκαρισμένος ο θυρωρός και κατεβάζοντας εκείνη τα μαύρα γυαλιά τον κοίταξε στα μάτια. Αυτός πάγωσε και δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε τρομάξει ή ερεθιστεί. Τα ξανανέβασε και άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Μπορούσε να διακρίνει τη γόβα της για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα μέχρι να χαθεί το φως του ασανσέρ από το ισόγειο. Ήξερε πως δεν είχε κανένα νόημα να καλέσει την αστυνομία. Ο δυνατός αέρας έκλεισε την πόρτα της εισόδου τρομάζοντας τον. Η γρήγορη αναπνοή του και η ταλάντωση της πόρτας ήταν οι μόνοι ήχοι που γέμιζαν την είσοδο της πολυκατοικίας.

Posted in | 8 Comments

Όνειρο 17:07



Ήρθες στον ύπνο μου πάλι σήμερα το μεσημέρι. Οι επισκέψεις σου τελευταία έχουν γίνει τόσο συχνές που ανησυχώ μήπως διστάζεις να μου πεις κάτι στον ξύπνιο μου. Ή μήπως δε βρίσκεις το χρόνο να μου τα πεις. Γελάω με αυτή τη σκέψη, δε σου κρύβω, γιατί παλιότερα σκεφτόμουν πόσο λίγες μου φαίνονται οι 24 ώρες της μέρας και της νύχτας για να σε τραγουδήσω. Πλέον ξέρω το λόγο.

Καθόμουν έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Γυρίζω το κεφάλι μου στα αριστερά και νιώθω το πλάνο του σκηνοθέτη να σκαρφαλώνει την πρόσοψη της πολυκατοικίας και να φτάνει στην ταράτσα. Η μέρα χάνεται, το σκοτάδι γεμίζει το χώρο και η ματιά μου φτάνει εκεί ψηλά. Πίσω από ένα γειτονικό κτίσμα προβάλλει φως. Δεν μπορώ να διακρίνω την πηγή του, το νιώθω όμως να περνά ξυστά δίπλα μου. Όλες οι σκιές ανάμεσα στο φως και μένα πέφτουν γύρω μου. Κάποιες κινούνται και κάποιες στέκουν και με κοιτούν. Η καρδιά μου κάνει αισθητή την παρουσία της στους ήχους που φτάνουν στα αυτιά μου και ξαφνικά ένας λαμπτήρας, που κανονικά δεν υπάρχει εκεί που τον είδα, ανάβει. Χάνονται οι σκιές και όλα αλλάζουν. Αφήνω την αίσθηση πλήρους συνειδητοποίησης και ταξιδεύω στο χάος. Αδυνατώ να διακρίνω το χρώμα του φωτισμού, αν κρυώνω ή ζεσταίνομαι, αν είναι μέρα ή νύχτα. Ξέρω μόνο ότι ενώ δεν είσαι εκεί, δε φαίνεσαι πουθενά, είσαι εδώ. Βρίσκομαι μέσα στις σκέψεις σου, στα μισώ σου, τα φοβάσαι σου, τα θέλω, τα εύχομαι, τα αγαπώ. Καταλαβαίνεις τί θέλω να σου πω; Οι ώρες δε μου φτάνουν όχι μόνο επειδή είναι λίγες για σένα, αλλά επειδή αυτό που ζω μέσα σου δεν το κατανοώ για να το περιγράψω. Και να σου πω και κάτι άλλο; Δε θέλω να ξυπνήσω. «Τς». Δε θέλω.

Posted in | 6 Comments

Φονέας Βλαντ



Ο μπαλτάς πέταξε για τρία δευτερόλεπτα μέχρι να προσγειωθεί στη βάση του λαιμού της Βούλας. Ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο εύστοχος. Και χάρηκε γι’αυτό. Το μόνο που τον ενοχλούσε με την όλη διαδικασία ήταν το πήγαινε-έλα. Από τότε που προσλήφθηκε στη δουλειά, ονειρευόταν έναν μπαλτά που να χτυπά τον ελέφαντα και να γυρνά πίσω σ’αυτόν. Τον μπαλτά-μπούμερανγκ. 

Η βίαιη και ανορθόδοξη μέθοδος του είχε αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από τους συναδέλφους του, αλλά απέφευγαν να του το θίξουν. «Μα είναι τέχνη», τους έλεγε. «Άλλωστε δε βλέπω το πρόσωπο της. Δε μου κάνει καμία αίσθηση. Ακούω μόνο το ζώο να πέφτει και βλέπω το αίμα να κυλά». Ο Βλαντ έπασχε από ζωική προσωπαγνωσία. Άνθρωποι που πάσχουν από προσωπαγνωσία αδυνατούν ν’αντιληφθούν πρόσωπα που έχουν συναντήσει ξανά και ξανά, ενώ διατηρούν την ικανότητα τους να αντιληφθούν αντικείμενα. Ο Βλαντ έκανε τη διαφορά όμως. Αναγνώριζε κανονικά τα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά δυσκολευόταν με τα τετράποδα ζώα. «Είσαι ο κατάλληλος για τη δουλειά», του’λεγε το αφεντικό του καθώς στίβαζε τους χαυλιόδοντες στα καμουφλαρισμένα κιβώτια.

Οι γονείς του Βλαντ αντιλήφθηκαν την πάθησή του όταν αυτός ήταν έξι ετών. Σε επίσκεψη τους στο ζωολογικό κήπο του Βουκουρεστίου ο μικρός Βλαντ ρώτησε τη μητέρα του αν μπορεί να μπει μέσα στο κλουβί με τα πανέμορφα σκυλάκια και να παίξει μαζί τους. Οι γονείς του κοίταξαν μια τον Βλαντ και μια τα μικρά τιγράκια. Όταν το συζήτησαν μαζί του, διαπίστωσαν την επιμονή του Βλαντ να μπερδεύει γάτες, σκυλιά, νυφίτσες, τίγρεις και πρόβατα. Τον εντυπωσίαζε μάλιστα η ποικιλομορφία στα τριχώματα. Αργότερα έμαθε να τα ξεχωρίζει από τις κραυγές τους, αλλά πάντα γελούσε στην ιδέα ότι τέσσερα πόδια περπατάνε μόνα τους.

Με τη Βούλα είχαν γνωριστεί λίγο καλύτερα και δεν έκρυβε τη συμπάθεια του στο χαυλιόδοντα της. Ήταν «αριστερόχειρας» όσο αφορά στο χαυλιόδοντα, κάτι που την ξεχώριζε από τους υπόλοιπους ελέφαντες που βοσκούσαν τριγύρω. Ο Βλαντ έφυγε από τη Ρουμανία μόλις πριν από τρεις μήνες, όταν λόγω Δ.Ν.Τ. η κατάσταση στη χώρα έγινε ασφυκτική. Το ταξίδι στην Αφρική ήταν παιδικό του όνειρο – «τεράστια πόδια να περπατάνε», έλεγε μικρός – και όταν του δόθηκε η ευκαιρία να φύγει, την άρπαξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αρκετά έξω από την Πραιτώρια, σε παράνομες εγκαταστάσεις συλλογής χαυλιόδοντα, ανέλαβε το πόστο του φονέα ελεφάντων. Ο μισθός ήταν παχυλός και οι ευκαιρίες για σαφάρι αρκετές. «Το ένα πόδι νίβει το άλλο και τα δυο τα άλλα δύο», έλεγε αστειευόμενος, καθώς τραβούσε το χαυλιόδοντα από τη σάρκα της Βούλας.

Posted in | 7 Comments

Emersione



Από μακριά την είδε να τρέχει παράλληλα στην όχθη του ποταμού Άρνο και αντίθετα στην κίνηση του νερού. Το μακρύ της πολύχρωμο φόρεμα χόρευε άρρυθμα μέσα στη λάσπη. Το μίγμα της βροχής και των δακρύων πότιζαν το πρόσωπο της που έδειχνε να διψά από τον υπερβολικό πόνο σε όλη του την έκταση – από τις κυρτές ρυτίδες του μετώπου μέχρι το επικίνδυνο κόκκινο των χειλιών. Η εσωτερική επένδυση την κούραζε και κάθε λίγο έπρεπε να σταματά δινοντας τη σκυτάλη σε ηχηρούς λυγμούς. Την πρόδοσε ο ποιητής της, ο ζωγράφος της, ο αοιδός της. Ο άνθρωπος που ζωγράφιζε με τα μάτια του μόνο, όποτε την έβλεπε, τους ωραιότερους πίνακες σε ολόκληρη την Ιταλία. Εκείνος που για χάρη της πιο συχνά μιλούσε με στίχους ερωτικούς, παρά με λόγια θνητών. Την πρόδοσε ο άντρας για τον οποίο δεν έπαψε ποτέ να σιγοτραγουδά τα βράδια, λίγο πριν ξαπλώσει στην κρεβατοκάμαρα της, στην κατοικία των Μεδίκων.

Ο πίνακας παραδόθηκε στον πατέρα της ένα συννεφιασμένο πρωινό Πέμπτης. Η Μπιάνκα βούρκωσε όταν τον είδε. Πέταξε το φλυτζάνι που κρατούσε στα πόδια του πατέρα της, Δούκα της Τοσκάνης, κι έτρεξε προς τον κήπο. Η γυναίκα του καμβά ήταν εκθαμβωτική, δεν καταγόταν από τούτο τον κόσμο. Μάγεψε τον Ζέφυρο με την Αύρα της και σύγχυσε τις Ώρες της μέρας. Ήταν αδύνατο για την αφελή Μπιάνκα να πιστέψει ότι η γυναίκα αυτή ήταν η προβολή της ίδιας της Μπιάνκας στον κόσμο των θείων που γέννησε ο νους του ζωγράφου. Ήταν σίγουρη πως ο δικός της Σάντρο είχε ερωτευτεί άλλην.

Ο Σάντρο πλησίαζε στην οικία των Μεδίκων, όταν είδε την Μπιάνκα να τρέχει στη λάσπη. Ζήτησε από τον οδηγό της άμαξας να σταματήσει και γονάτισε στην απένατι όχθη παρατηρώντας την μέσα στη βροχή. Αναδυόταν μέσα από το χώμα και οι σταγόνες της βροχής την εξύψωναν στα σκούρα σύννεφα. Όπως ήθελε άλλωστε η εικόνα του λασπωμένου καφέ τελειώματος του φορέματος της με το γαλάζιο, ουρανίσιο υπόλοιπο που τύλιγε το νεανικό της σώμα. Ο ζωγράφος ένιωθε πλέον σίγουρος πως το έργο του αυτό έκανε την Μπιάνκα πιο δική του κι από το πινέλο με την αφιέρωση σ’αυτήν που βαστούσε στο δεξί του χέρι…
•~•~•
Of august gold-wreathed and beautiful
Aphrodite I shall sing to whose domain
belong the battlements of all sea-loved
Cyprus where, blown by the moist breath
of Zephyros, she was carried over the
waves of the resounding sea on soft foam.
The gold-filleted Horae happily welcomed
her and clothed her with heavenly raiment.

Στίχοι του Ομήρου μεταφρασμένοι από τον σπουδαίο Έλληνα δάσκαλο της Αναγέννησης Δημήτριο Χαλκοκονδύλη (1424-1511). Ο Χαλκοκονδύλης ήταν ο πρώτος που τύπωσε έργα του Ομήρου και του Ισοκράτη και ο τελευταίος Έλληνας ανθρωπιστής που δίδαξε ελληνική λογοτεχνία στα σπουδαία πανεπιστήμια της Ιταλικής Αναγέννησης (Φλωρεντία, Μιλάνο). Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σε πολλούς σημαντικούς Ιταλούς της εποχής, όπως στον Poliziano και τον Πάπα Leo X, αλλά και στον Γερμανό ανθρωπιστή J. Reuchlin.  

Σχετικά με τον πίνακα της Γέννησης της Αφροδίτης, ο Σάντρο Μποτιτσέλι φιλοτέχνησε το έργο χρησιμοποιώντας ως πηγή τον Όμηρο και απεικόνισε τη στιγμή κατά την οποία η Αφροδίτη φθάνει στο νησί των Κυθήρων, μετά τη γέννησή της. Η μετάφραση του Ομήρου από τον Χαλκοκονδύλη αποτελεί μία από τις πιθανότερες εμπνεύσεις του Μποτιτσέλι. Στο αριστερό άκρο του πίνακα, απέδωσε το Ζέφυρο μαζί με την Αύρα, οι οποίοι προσπαθούν να φυσήξουν έτσι ώστε η Αφροδίτη να φτάσει στη στεριά όπου θα την υποδεχτεί μία από τις Ώρες. Το έργο πιθανότατα παραγγέλθηκε από την ισχυρή οικογένεια των Μεδίκων. Η Μπιάνκα ήταν μέλος αυτής της οικογένειας ευγενών της Φλωρεντίας και σύγχρονη του Μποτιτσέλι. Πιθανώς να έχουν συναντηθεί, πιθανώς και όχι… Η ερωτική ιστορία που μόλις διαβάσατε δε στηρίζεται σε ιστορικά στοιχεία. «Αναδύθηκε» απλά στο μυαλό του υποφαινόμενου παρατηρώντας τον πίνακα του ζωγράφου.

Posted in | 10 Comments

Κόκκινη γραμμή – μέρος ΙΙI (the end)



 ...και με μίσος έριξε τη Χαρά πάνω στο βράχο. Εκείνη ζαλίστηκε, έχασε τις αισθήσεις της, αλλά ποτέ δεν τις ξαναβρήκε. Το μόνο που κατάφερε αμυνόμενη ήταν να γρατζουνίσει με τα πράσινα της νύχια τη δολοφόνο της στο κούτελο. Τα τραύματα στο κρανίο και την σπονδυλική στήλη όμως ήταν βαθιά. Ανέπνεε ακόμα, όταν η Ελπίδα την έσυρε από τα μαλλιά μέχρι το κύμα. Το κεφάλι της βρέθηκε μέσα στο νερό και τα πόδια εκτός. Μετά από λίγο οι απέλπιδες προσπάθειες εισπνοής σταμάτησαν. Ανακουφισμένη και χαμογελαστή η Ελπίδα ευθυγράμμισε τα σανδάλια της Χαράς με το ματωμένο βράχο και ξεκίνησε για το σπίτι. Ο Ρόκυ περιχαρής την ακολούθησε χοροπηδώντας γύρω της. Τον τάισε κι έπειτα έβαλε τα εσώρουχα και το άρωμα της. Περίμενε τον Μπαρτ, ενώ έβαλε φαγητό στον φούρνο.

Το παλιό Ford φτάνει στην είσοδο του σπιτιού και ο Μπαρτ ανήσυχος, χωρίς να ξέρει γιατί, ανεβαίνει τα σκαλιά. Μυρίζει το άρωμα της στο χώρο. Έντονο όμως – αποκλείεται να είναι από το πρωί. Πολύ σωστά είχε αντιληφθεί βέβαια, αφού μόλις πριν από λίγα λεπτά η Χαρά βγήκε εκτός σπιτιού. Η πόρτα του κήπου ήταν κλειστή, άρα συμπέρανε πως είναι στο σπίτι. Αναζήτησε στον κήπο αυτήν και τον Ρόκυ. Πριν προλάβει να βγει στον κήπο, η Χαρά εμφανίζεται ξαφνικά από την κρεβατοκάμαρα μόνο με τα εσώρουχα και ένα ποτήρι ουίσκυ στο χέρι. 

-       Τί έπαθες στο κούτελο; Τη ρωτάει με αγωνία ο Μπαρτ πριν καν την συγχαρεί για την πρόσληψή της στην Peacock.
-       Χέσε το κούτελο, φίλα με, μωρό μου! Πες μου συγχαρητήρια! Από σήμερα όλα θα είναι διαφορετικά, στο υπόσχομαι!
-       Πες μου πού χτύπησες, σε παρακαλώ. Ήταν κανείς εδώ πριν;
-       Μια παλιά γνωστή… Ο κακός μου εαυτός, θα μπορούσες να πεις! Δε θα μας ξαναενοχλήσει, στο υπόσχομαι…
-       Έχεις πιει. Πού είναι ο Ρόκυ;
-       Δε σου είπα; Τραβάμε γραμμή στο παρελθόν. Καμία σχέση πια μαζί του. Ορίστε, μαγείρεψα κιόλας.

Posted in | 11 Comments

Κόκκινη γραμμή - μέρος ΙΙ



«That was it for today, guys. Have a nice weekend and please do not forget your homework about The Thin Red Line. And you all know my psychic abilities! I will know who didn’t work on the movie essay before class!». Το μάθημα Αγγλικών τελείωσε και ο Μπαρτ ήταν έτοιμος ν’αναχωρήσει για το σπίτι, όπου σχεδίαζε κάποια μικρή γιορτή για την πρόσληψη της Χαράς. Το επεισόδιο με τον πεσμένο βράχο στο δρόμο τον είχε επηρεάσει όμως κι έτσι όχι μόνο άργησε λίγο να φτάσει, αλλά δεν αγόρασε τίποτα από όσα είχε προγραμματίσει για τη μικρή γιορτή.

Η Χαρά επέστρεψε σπίτι με την Ελπίδα, την οποία γνώρισε λίγες ώρες νωρίτερα στις τουαλέτες του δεύτερου ορόφου της εταιρίας Peacock. Οι δυο τους κατέληξαν τελικά να είναι μέσα στην τελική τετράδα των υποψηφίων για τη θέση της συμβούλου. Περιέργως, η καινούρια φίλη της Χαράς είχε ελάχιστη διάθεση για κουβέντα πριν την ανακοίνωση της επικρατέστερης. Όταν όμως έγινε η ανακοίνωση στις τρεις υποψήφιες, η Ελπίδα έγινε απότομα πολύ φιλική μαζί της, κάτι που έκανε τη Χαρά να την εκτιμήσει ιδιαίτερα, δεδομένων των συνθηκών στρες και απογοήτευσης γι’αυτήν. Μάλιστα, η Χαρά της πρότεινε να φάνε μαζί το μεσημέρι στο αγαπημένο τους ινδικό εστιατόριο, αφού περάσει πρώτα όμως από το σπίτι να ταΐσει τον Rocky. 

Ο Rocky ήταν το ζηλιάρικο, αντικοινωνικό τσιουάουα της Χαράς που ο Μπαρτ ποτέ δε χώνεψε. Ήταν η μοναδική παρέα που δεχόταν στις μαύρες της, όταν τα δεκάδες βιογραφικά που έστελνε στις εταιρίες ένιωθε να μην πιάνουν τόπο. Περιοριζόταν στο να καταναλώνει κρυφά μεγάλες ποσότητες βότκας και να παίζει με τον Rocky στον κήπο. Είχε κόψει κάθε επαφή με φίλους και συγγενείς, κάτι το οποίο κάνει ιδιαίτερη αίσθηση όταν γενικά είσαι ένα πολύ κοινωνικό άτομο όπως αυτή. Μισούσε τον εαυτό της και ένιωθε άχρηστη. Απέφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις και διέγραψε το λογαριασμό της στο facebook. Μετάνιωνε για τις επαγγελματικές επιλογές της και ξεσπούσε στον Μπαρτ που δεν φύγανε μόνιμα για το Ντάλας. Εκεί οι προοπτικές για μια νομική σύμβουλο θα ήταν σίγουρα καλύτερες και επιπλέον δε θα χρειαζόταν να δέχεται τη λύπηση κάθε γνωστού ή «φίλου». 

Με την πρόσκληση της για φαγητό η Χαρά δεν ήθελε απλά να κάνει την Ελπίδα να νιώσει καλύτερα μετά το πέρας των συνεντεύξεων. Αισθάνθηκε άσχημα που αυτή πήρε τη θέση και ταυτόχρονα η Ελπίδα ήταν τόσο φιλική μαζί της. Ήθελε επίσης με αυτόν τον τρόπο να την ευχαριστήσει που δε μίλησε... Το πρόβλημα της Χαράς με το αλκοόλ ήταν ο λόγος που απομακρύνθηκε από την προηγούμενη της δουλειά. Η Ελπίδα έπιασε τη Χαρά να πίνει βότκα στις γυναικείες τουαλέτες λίγο πριν τη συνέντευξη. Αντάλλαξαν βλέμματα στον καθρέπτη, αλλά το θέμα έμεινε εκεί. Στο αυτοκίνητο προς το σπίτι την πέτυχε μια δυο φορές να την κοιτάζει περίεργα, σχεδόν τρόμαξε, αλλά δεν είπε τίποτα. «Απογοητευμένη από τη δουλειά μωρέ, λογικό», σκέφτηκε αλλάζοντας ταχύτητα. 

«Rocky, πού είσαι αγόρι μου;», φώναξε μπαίνοντας στο σπίτι. Ο Μπαρτ είχε αφήσει επίτηδες την πόρτα του κήπου ανοιχτή, κάτι για το οποίο συχνά τσακώνονταν. Ο Rocky έκανε τις ψαχτικές του στον κήπο θάβοντας και ξεθάβοντας ζωΰφια και πλαστικά κόκκαλα. Στον κήπο αυτήν τη φορά πάντως δε βρισκόταν κι έτσι η Χαρά πήρε τα σανδάλια της στο χέρι και ξεκίνησε για τη μικρή παραλία κάτω από τος σπίτι, όπου πιθανότατα ο Rocky θα κυνηγούσε τη γάτα του γείτονα. Η Ελπίδα έκλεισε νευριασμένα την πόρτα πίσω της και την ακολούθησε. Όταν την έφτασε, η Χαρά ήταν πλέον σκυμμένη πάνω από τον Rocky και τον χαΐδευε. Η Ελπίδα τότε ξεκίνησε αθόρυβα να τρέχει προς το μέρος της...

συνεχίζεται...

Posted in | 3 Comments

Κόκκινη γραμμή - μέρος Ι



«Αν ακολουθήσεις την κόκκινη γραμμή μπροστά από το βράχο, θα περάσεις ανάμεσα σε δύο βρεγμένα σανδάλια και θα φτάσεις εκεί που σκάει το κύμα».

-       Πήρα τη δουλειά!
-       Αλήθεια, μωρό μου;! Ήμουν σίγουρος για σένα!
-       Ναι! Θα πάμε και το ταξιδάκι που λέγαμε στο Ντάλας! Λοιπόν, πρέπει να κάνω κάτι δουλίτσες κέντρο, θα σου τηλεφωνήσω μετά, οκ;
-       Έγινε, φιλάκια.

«Αν ακολουθήσεις την κόκκινη γραμμή μπροστά από το βράχο, θα περάσεις ανάμεσα σε δύο βρεγμένα σανδάλια και θα φτάσεις εκεί που σκάει το κύμα». Ξύπνησε με αυτές τις λέξεις στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνουν ή να τις θυμηθεί από κάποια στιχομυθία. Δεν έδωσε σημασία. «Βράχο; Πάλι διακοπές θέλω ο μαλάκας;». Το κρεβάτι ήταν άδειο, αν και ήταν μόλις επτά το πρωί. Η Χαρά βρισκόταν ήδη καθ’οδόν προς το κέντρο. Σημαντική μέρα γι’αυτήν η σημερινή και δεν ήθελε ν’αφήσει το χρόνο άφιξης της στο ραντεβού στην τύχη. Ήταν η τρίτη και τελική συνέντευξη για τη θέση της νομικής συμβούλου σε ανερχόμενη εταιρία με βεντάλιες. Μαλλί άψογο, ταγέρ κλασικό, παπούτσια ασορτί, ρολόι σικάτο, μανικιούρ πρώτο, κραγιόν διακριτικό, ύφος θηλυκό, λόγος αποφασιστικός, διάθεση φιλική. Η πόρτα ανοίγει και η εύσωμη γραμματέας την προσκαλεί χαμογελαστά: «Κυρία Παντανή, σας περιμένουν».  

«Με κάθε δύο βεντάλιες Peacock δώρο ένα ζευγάρι σανδάλια». «What the fuck?»,  αναρωτήθηκε φωναχτά ο Μπαρτ μέσα στο αυτοκίνητο. «Σανδάλια χειμωνιάτικα;»... Στη στροφή πάνω από το σχολείο συναντά έναν πεσμένο από το βουνό βράχο και φρενάρει απότομα. Ξεστομίζει μερικά αμερικάνικα για την απροσεξία του. Ο εργάτης με τη σημαία του φωνάζει: «κόκκινη γραμμή, κόκκινη σημαία, τίποτα δεν είδες; Θα μας σκοτώσεις ρε φίλε». «Με συγχωρείς, sorry mate». Πολύ αργά πέρασε μέσα από τη σημασμένη περιοχή και τους άλλους μικρότερους βράχους. Δεν κατάλαβε πώς έκλεισε το ραδιόφωνο, αλλά οι ίδιες 24 λέξεις ακούστηκαν μέσα του: «αν ακολουθήσεις την κόκκινη γραμμή μπροστά από το βράχο, θα περάσεις ανάμεσα σε δύο βρεγμένα σανδάλια και θα φτάσεις εκεί που σκάει το κύμα».

συνεχίζεται...

Posted in | 10 Comments

Βραχυκύκλωμα



Σκέφτομαι εικόνες και όχι λόγια.
Επιλέγω να μεταφέρω εικόνες και κινήσεις με τα κείμενα μου.
Απατώμαι με το να νομίζω ότι γράφοντας ό,τι μου κατέβει, απελευθερώνομαι.
Γράφω ό,τι μου κατέβει.
Ζω σε ένα έγχρωμο κόμιξ στο οποίο οι τριγύρω φιγούρες νομίζουν ότι ζουν το πραγματικό.
Αγνοώ τις βουλές της δικής τους, πολύχρωμης, χάρτινης πραγματικότητας.
Πειθαρχώ στα χρονοδιαγράμματα που ρίχνει κάτω από την πόρτα η όποια δική μου πραγματικότητα.
Παρατηρώ τις τέσσερις διαστάσεις του πραγματικού μου, το χρόνο, τη σκέψη, το όνειρο και τον πόνο.
Χαιρετώ το νέο στη διάσταση του χρόνου που μου κουνά το μαντήλι, αν και φεύγει αυτό και όχι εγώ.
Μένω και σχεδιάζω γραμμές ίσιες και λεπτές μέχρι που η μύτη του μολυβιού παχαίνει και τις θολώνει.
Αποκαλύπτω όμως στο μισό μου νου φόβους που για χρόνια έκρυβα στο άλλο του μισό.
Φωτίζω έμμεσα το μέσα ανοίγοντας το στο φως, έτσι απλά.

Posted in | 10 Comments

Juicy and windy in here



Η ζουμερή θηλυκή παρουσία πέρασε από μπροστά του. Ο ζεν πρεμιέ ανασήκωσε ενάμιση εκατοστό το αριστερό φρύδι και της χαμογέλασε λάγνα. «Γρρρρ» ακουγόταν από το τριχωτό στήθος που πρόβαλε επιθετικά ανάμεσα στις δύο ροζ όχθες του πουκαμίσου. Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν τσίμπησε, αν κι εκτίμησε την απουσία καδένας από το σύνολο. Χτύπησε το κινητό της όμως κι αναγκάστηκε να μείνει όρθια για λίγα λεπτά κουνώντας ελαφρά τον ποπό και στροβιλίζοντας ένα μικρό βόστρυχο με μωβ ανταύγεια. Ακούμπησε τ’αυτιά του καλύμματος.
-       Μη!!! Σε παρακαλώ, όχι αυτό!
Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν αντιλήφθηκε τον τρόμο του. Όχι μόνο δεν το κατάλαβε, αλλά πάτησε και το 3. Ένταση στο φουλ. Και το αριστερό της χέρι εκεί, στ’αυτιά του καλύμματος!
Ξέσπασε σε κλάματα. Ο παιδικός του εφιάλτης πραγματώνεται μπροστά στα μάτια του. Δε φοβόταν τριχωτές αράχνες, ιπτάμενες κατσαρίδες, μοχθηρά φίδια που κάνουν φσφσφς, λιγδερούς ποντικούς, τετραπέρατα ύψη, δαγκανιάρηδες καρχαρίες που κάνουν τανταντανταν, άγριους λύκους, κακοκάγαθες πεθερές, νηστικά και σαλιωμένα αγριόσκυλα, ούτε καν τα μυτερά τακούνια. Φοβόταν όμως τους ανεμιστήρες. «Ένα τεράστιο μάτι που κάνει έναν ύπουλο θόρυβο, γυρνάει δεξιά κι αριστερά με ψωνισμένο ύφος, στέκεται πάνω σε ένα μεταλλικό παλούκι, παράγει πολύ δυνατό αέρα που σηκώνει ψίχουλα, χαρτιά, μαλλιά, ρούχα και το μάτι αυτό αν πας να το αγγίξεις εσωτερικά, έχει λεπίδες που μπορούν να σου κόψουν το πουλί!».
Έκλεισε τα μάτια του μην μπορώντας να δει τη συνέχεια. Αμ δε. Η συνέχεια παίχτηκε με χαμηλό φωτισμό. Φαντάστηκε τη ζουμερή θηλυκή παρουσία ν’ανοίγει το κάλυμμα του ανεμιστήρα, τη ρόδα να φεύγει από τη θέση της, να χτυπά τραπέζι-πάτωμα-τοίχο-ανταύγεια και τελικώς να καταλήγει σε αυτόν διασκορπίζοντας τον στους ανέμους.

Posted in | 10 Comments

Και ξανά




Χόρευες ανάμεσα σε τρεις υποταγμένες πέτρες στην άκρη της αμμουδιάς. Ο ήλιος υποκλινόταν στο τελετουργικό που ξεδίπλωνες πάνω στην υγρή άμμο κι έσβηνε μπροστά σου σιγά σιγά. Κοιτούσες τις άκρες των δαχτύλων σου, ούτε μια φορά κάτω. Που και που μόνο έκλεινες το μάτι στο φως που κρυβόταν κάτω από το σκούρο μπλε.

Σε πλησίασα, αλλά ένιωσα πως δεν είμαστε μόνοι στην απόμερη τούτη γη. Βλέμματα αδιάκριτα, αφύσικα φυσικά, που τάχα μου κανείς δεν έπιανε, ήταν στραμμένα πάνω στο Θαύμα που ζωντάνεψε τα άζωα. Ήταν τόσο έντονα όμως, που ακόμα κι ένας θνητός σαν και μένα θα καταλάβαινε την άκρη του βράχου που μαγεμένος γύρισε προς το μέρος σου. Κάτω από τα πόδια σου η άμμος σκλήρυνε για να μη βουλιάζεις ανάμεσα στις πέτρες. Το γιγάντιο αρμυρίκι προσφέρθηκε να σε καλύψει από τις ακτίνες, αλλά ο ήλιος δεν το άφησε να σε στερήσει απ’αυτόν. Και μη νομίζεις, με μισή καρδιά πείστηκε τελικά να κοιμηθεί.

Έχοντας συνηθίσει το ξύπνημα της φύσης από την παρουσία σου, προχώρησα και στάθηκα δίπλα σου. Δε γύρισες να με κοιτάξεις και δεν είχα ιδέα αν με αντιλήφθηκες μέχρι που σταμάτησες να χορεύεις και μου είπες... Δεν κατάλαβα τι μου είπες. Οι νότες των χειλιών σου ταίριαξαν με τις νότες της θάλασσας κι έφτασαν στα χείλη μου σαν γλυκό του κουταλιού που πρώτη φορά δοκίμαζα. Δε θυμάμαι τίποτα. Θύμησε μου ξανά... Και ξανά... Και ξανά... Και ξανά...

Posted in | 9 Comments

Ήρθες στο όνειρο μου απόψε

 


Ήρθες στο όνειρο μου απόψε. Στο χώμα καθόμουν και πέρασες από μπροστά μου. Σου κρατούσε το χέρι και παρ’όλο που δε με είδες, αφήσατε τα χέρια μη θέλοντας να δώσεις δικαίωμα. Περίεργο, σκέφτηκα. Το περπάτημα και η εμφάνιση σου ενέπνεαν μια ανανέωση. Χάρηκα γι’αυτό. Δε χάρηκα όμως όταν συνειδητοποίησα πως δε χωρώ στην ευτυχία σου. Δεν είναι θέμα διαφορετικών επιλογών, αλλά θέμα ουσίας. Πόσο εύκολο είναι ν’αγαπήσει το νερό το λάδι;

Posted in | Leave a comment

Πορφυρό πάντα



Στο λευκό του ανέμου, στο βαθύ μπλε του ήλιου και στο πορφυρό της γης
σε συνάντησα να ταξιδεύεις.
Μέχρι το σύνορο τούτου εδώ του τόπου που λίγοι έχουν σταθεί επάνω,
έφτασε η καρδιά για να δοκιμάσει τα πιστεύω της.

Καθώς ο αιώνιος και παντού παρών υδάτινος μανδύας
αφήνει μικρούς κρυστάλλους ουσίας στις σχισμές του στήθους σου,
πέντε, δέκα το πολύ, μικροί πλανήτες νιώθουν το δέρμα σου
να τους κλείνει το άνοιγμα στο γαλάζιο γαλαξία.

Όλα γεννήθηκαν στη ματιά σου.
Ο ουρανός, οι πλανήτες, το νερό, το χώμα, η ουσία.
Είμαι το τίποτα στο πέρασμα της.
Παραδίνομαι στο μαγικό σου βλέμμα που ξόρκι ανθρώπινο δε φοβάται.

Ακτίνα του ήλιου νιώθω να με τρυπά όταν με κοιτάζεις
και όλα μέσα μου έξαφνα κερδίζουν πνοή.
Μόνο τότε το ποτέ βγαίνει κίβδηλο
και το πάντα κερνάει στο πανηγύρι του έρωτα.

Posted in | 2 Comments

Moon art



Ασαφή τα όρια του προσώπου σου υπό το φως του κεριού που τρεμόπαιζε. Κάθισα απέναντι σου στο διπλανό τραπέζι και χρειάστηκαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να υποκύψω στα μάγια σου. Αυτές οι ελάχιστες στιγμές  μύησης ήταν και οι πρώτες της γνωριμίας μας. Σε συνάντησα πρώτη φορά το βράδυ εκείνο στο παραλιακό μπαρ της νότιας παραλίας. Ελάχιστα μέτρα πιο πέρα το νερό του Λιβυκού, γοητευμένο κι αυτό από τη ματιά σου, πλησίαζε παλινδρομικά γέρνοντας προς το μέρος σου. Άμμο ή θρυμματισμένη πέτρα ακουμπούσαν τα πόδια μας, δε θυμάμαι ακριβώς. Στο φόντο των μαλλιών σου το φως του φεγγαριού έστρωνε γαλάζιο σεντόνι για να σε υποδεχτεί το ίδιο βράδυ. Δύσκολο να αποφασίσω, αν η φύση πρόσθετε στο ειδυλλιακό του προσώπου σου ή εσύ σ’αυτήν. «Για κοίτα που οι πίνακες του Μοντιλιάνι βγαίνουν τα βράδια σεργιάνι», είπα στον εαυτό μου. 

Θα’χεις μαγέψει άντρες και γυναίκες, είμαι σίγουρος. Ο άνεμος, το φως του κεριού και του φεγγαριού έδιναν στις γωνίες του προσώπου σου υφή καμβά. Όχι, δεν είσαι ιδιαίτερα όμορφη, το ξέρεις άλλωστε. Είσαι πραγματικά όμορφη όμως· σε εξώφυλλα εφήμερων περιοδικών το πρόσωπό σου θα βούλιαζε στο χαρτί. Χαίρομαι που βρέθηκα στο μικροχώρο σου εκείνο το βράδυ. Βλέποντας σε το όμορφη έγινε πάλι έμμορφη. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, αλλά ήταν το τελευταίο που μ’ένοιαζε. Πόσο συχνά άλλωστε συναντάς κάποιον να μιλά σ’ένα έργο τέχνης;

Posted in | 13 Comments

Δέκα αγγίγματα




Κλείνω τα μάτια κι αφήνεις τα δάχτυλα σου στα βλέφαρα μου. Πύλη φωτεινή αυτά γίνονται και η ψυχή σου προβάλλει στα μάτια μου. Ό,τι ήλπιζα κι ό,τι φοβόμουν μεμιάς μπροστά μου φανερώθηκαν. Η ματιά σου, που φτάνει στα δικά μου μάτια, είναι κρύσταλλο που άλλοτε θες να κλέψεις από τα βλέμματα του κόσμου κι άλλοτε διστάζεις ν’αγγίξεις για να μην τη λερώσεις. Δέκα αγγίγματα είναι αυτά που σε θάλασσες κι εποχές σε ταξιδεύουν. Λίγο πιο κάτω με τη μυρωδιά του σταφυλιού τη μύτη γεμίζουν και με την άμμο του νησιού τα μάγουλα στολίζουν.

Αναρωτιέμαι, αν εσύ μπορείς να με δεις όπως εγώ εσένα. Αν βλέπεις τις πτυχές του εαυτού μου που διστάζω να σου αποκαλύψω. Δεν είναι ντροπή, μα ούτε δειλία. Φόβος είναι μόνο. Μη σε χάσω, μην θολώσω τα νερά που, ειλικρινά δίχως πολύ κόπο, ήρεμα εδώ και καιρό κρατώ για σένα. Μην τραβήξεις τα δάχτυλα σου από τα βλέφαρα μου. Ίσως μόνο έτσι με δεις τελικά. Και το ωραίο ξέρεις ποιο είναι; Ότι μπορεί τα βλέφαρα ακόμα να περιμένουν το άγγιγμα σου, τα χείλη όμως σιχάθηκαν να περιμένουν: σ’αγαπώ.

Posted in | 7 Comments

Χαρμολύπη


Με κούρασες.
Να στέκεσαι δίπλα μου και ν’απέχεις τόσο.
Να περιμένω πώς και πώς να νιώσω το ρίγος στο δέρμα σου
και μετά από λίγο να προσδοκώ την απουσία του.

Έχω φθαρεί παρασύροντας σε στο βυθό μαζί μου.
Οι γωνίες έχουν λιώσει και η σκέψη σου έχει μείνει μόνο.
Σβήνουν τα μάτια αργά το βράδυ,
μα η θύμισή σου χρόνο δεν τους δίνει.

Κι είναι στιγμές που όλα όνειρο μου φαίνονται.
Όνειρο που δύσκολα μπορώ να διακρίνω από τον εφιάλτη.
Γιατί έτσι είναι όλα, όταν στέκεσαι δίπλα μου.
Όνειρο μου, εφιάλτη μου, εσύ.

Κουράστηκα να γδέρνομαι.
Να σε πετάξω από πάνω μου, πόσο μάταιο.
Το μέσα δύσκολα αγγίζεται
κι ακόμα και τότε το άρωμα σου είναι αυτό
που γύρω μου παντού το χώρο θα ποτίζει.

Posted in | 13 Comments

«Τα χρόνια μου βάλτωσαν στα μην»


[Άκου...]

Ξεδίπλωσε την ξύλινη καρέκλα και τίναξε τη σκόνη από το ριγέ πανί. Ήταν έτοιμος να κάτσει, αλλά όχι. Τεντώνει ξανά το σώμα του και τη μετακινεί λίγα μέτρα μακριότερα από το φοίνικα. Εδώ το φως του φεγγαριού δε θα΄βρισκε εμπόδιο να τον βάλει στο κάδρο της νύχτας. Απομακρύνθηκε για λίγο αφήνοντας μόνη την καρέκλα στο φως του φυσικού προβολέα. Ο τραγουδιστός αγαπημένος του ήχος ανακατεύτηκε με τον ήχο των κυμάτων και αυτός βολεύτηκε στην καρέκλα βυθίζοντας την περισσότερο στην υγρή άμμο. Η διαδρομή του ξυπόλητος από το πικ-απ μέχρι εκεί του φάνηκε λυτρωτική. Έγινε ένα με την αμμουδιά, αν και ένιωσε το αδιάκριτο βλέμμα του φεγγαριού να τον ακολουθεί βήμα-βήμα. Τα δάχτυλα των ποδιών του παίζανε με το νερό που τον πλησίαζε και ξανάφευγε σαν σαγηνευτική γυναίκα με σκουρόχρωμο πέπλο. «Σςς» ψιθυρίζει στη γυναίκα με δισταγμό. «Άκου την Έλλα»...

Posted in | 11 Comments

Φώτης & Σουμέλα - πράξη ΙΙ



Πολλή ζέστη στο τριάρι σήμερα. Το ζεύγος κάθεται στο μπαλκόνι. Λίγα μέτρα από την αζαλέα της γωνίας τσουπ άλλο μπαλκόνι, της κυρα-Μίνας. Μπαλκόνια εν παραλλήλω, μπαλκόνια σε σειρά, μπαλκόνια σε στήλες. Στίχοι από τη φοιτητική γκαρσονιέρα του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας φτάνουν στ’αυτιά τους: στη μάνα μου δεν πάω πίσω, με το πουρό θα ξεστρατήσω...
-       Σταμάτα πια. Έχεις βγάλει όλον τον εσωτερικό σου κόσμο από τη μύτη. Θα σε δει και κανείς.
-       Ποιος μωρέ; Η Μίνα;
-       Ναι, η Μίνα. Δε θες να σε πιάσει στο στόμα της αυτή, του ψιθύρισε.
Νευριασμένος σηκώνεται από την καρέκλα ρίχνοντας της ένα άγριο βλέμμα. Η κοιλιά του σκάναρε την έξω επιφάνεια του τραπεζιού παίρνοντας μαζί το τασάκι με τ’αποτσίγαρα.
-       Αμάν ρε Φώτη δηλαδή!
Μάζεψε τις στάχτες και τα τσίγαρα και τα έριξε από το μπαλκόνι κάτω στο ξέφωτο. Άπλωσε τη ματιά του στο ντεκολτέ της όσο αυτή ξεφύλλιζε το γυναικείο περιοδικό και τη ρώτησε χαμηλόφωνα:
-       Έχω όρεξη μωράκι, εσύ..;
-       Όχι, έφαγα. Έχει μπρόκολο από χθες στα μικροκύματα.

Posted in | 10 Comments

Φώτης & Σουμέλα - πράξη Ι


Ακουγόταν από την κουζίνα ο άτιμος. «Μα τί ζώο παντρεύτηκα, Θεέ μου», αναρωτήθηκε φωναχτά η Σουμέλα. Μασουλούσε τόσο δυνατά που ένιωσε τον ήχο του πλατς πλουτς να πλησιάζει τόσο κοντά που φοβήθηκε. Ξέρετε, όπως στις σκηνές από τις ταινίες θρίλερ όπου η ένταση του ήχου ανεβαίνει σταδιακά μέχρι να φτάσει στο αποκορύφωμα. Του φόνου, της μοιραίας συνάντησης, της γάτας που ψαχούλευε, του ξεχασμένου παραθύρου και των λοιπών. Καθόμουν στην καρέκλα πίσω από τον «καναπέ του», αλλά έβαζα εύκολα στο οπτικό μου πεδίο τη Σουμέλα. Άκου Σουμέλα!
-       Η μάνα μου, ρε συ! Με είχε τάμα στην Παναγιά και ήθελε να μου δώσει το όνομα της. Αλλά ήταν αμαρτία να μου δώσει ακριβώς το όνομα της. Έτσι προέκυψε το Σουμέλα! Άθλιο! Δε σου κάνει κάτι σε Ζουλού;
-       Μπα, κάτι σε σουμάδα μου κάνει. Καλύτερο πάντως το Σουμέλα από το Σουργέλα που σε φωνάζει ο σύζυγος!
-       Αχ. Μη μου τον θυμίζεις τον μαλάκα. Αν δεν τον σκοτώσω μια μέρα, να μη λένε Σουμέλα.
-       Άρα όντως θες να τον σκοτώσεις!
-       Πολύ έξυπνο. Παίζε με τον πόνο μου.
«Σουργέλα, φέρε καμιά σόδα ρε! Θα μου βγει η αντζούγια από τον αφαλό». Έγειρα πίσω την καρέκλα και την είδα να πιάνει το ντουλάπι της κουζίνας από τα νεύρα της και να βρίζει. Πολύ νεύρο ρε παιδί μου αυτή η κοπέλα. Εντάξει, όχι πως δεν τη δικαιολογώ. Σηκώθηκα να πάω προς την κουζίνα να πάρω εγώ τη σόδα και φεύγοντας τον άκουσα να κλάνει. Δεν της το είπα, αλλά κάτι υποψιάστηκε όταν με είδε να μπαίνω χαμογελαστός στην κουζίνα. Πηγαίνουμε και οι δύο στο σαλόνι.
-       Τί είναι αυτό;
-       Μπρόκολο ρε Φώτη, εσένα με τί σου μοιάζει δηλαδή;
-       Τα βαρέθηκα τα υγιεινά σου. Δε φτιάχνεις τίποτα με κρέας;
-       Να βράσω λαχανικά με ρύζι;
-       Τίποτα άλλο νοσοκομειακό δεν ξέρεις;
-       Το μπρόκολο είναι υγιεινό, ηλίθιε. Ούτε λαχανικά τρως, ούτε ψάρια. Θα πεθάνεις στα 50 σου.
-       Και αυτό τί είναι ρε; Της πέταξε μια αντζούγια στο ντεκολτέ.
-       Ήρεμα παιδιά.
-       Τη δουλειά σου εσύ, είπαν σχεδόν ταυτόχρονα.
-       Ε άι στο διάολο στην τελική, έτσι;
Από τα νεύρα της είχε θρουλιάσει όλα τα μπρόκολα. Ένα-ένα, δεν άφησε κλωναράκι άθικτο. Κι επίσης από τα νεύρα της πέταξε τη λεκάνη γεμίζοντας το χώρο με πράσινα, υγιεινά θρύψαλα. Ένα μάλιστα από αυτά εφήρμοσε τέλεια στον «αφαλό» του που εδώ και ώρα είχε προβάλει κάτω από τη λαδωμένη μπλούζα του.

Posted in | 13 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.