Archive for 1/5/12 - 1/6/12

Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου


Να δαγκώσω τα χείλια σου, να τα ξεράνω, να κλέψω ό,τι σάλιο άπλωσες πάνω τους και να πετάξω μέσα του τη σχεδία που θα σε φέρει πίσω στην αμμουδιά. Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου πάνω μου και όσο λείπεις νιώθω ντεμοντέ. Να βγάλω τα πετραδάκια από τα μαλλιά σου και να τα κρύψω σε σκιερές γωνιές δίπλα σε τσαλακωμένα τσιγαροκούτια, για να σου κάνω βουντού. Ν’ανταγωνίζονται τα μαγικά μου τα δικά σου και να ηττώνται πανηγυρικά. Να χαράξεις με τα νύχια σου στην πλάτη μου το δρόμο που τυφλός και άλαλος θα βαδίσω μέχρι να σε συναντήσω πάλι. Να’ρθεί ο χειμώνας και τα δάχτυλα μου βγαίνοντας από τα μαλλιά σου να ελευθερώνουν τα πετραδάκια του περασμένου Μάη. Να μυρίζει ακροθαλασσιά η χοντρή σου κουβέρτα και αλατισμένο βράχο οι σχισμές της παλάμης σου. Να’χω τη γεύση του ηλιοκαμμένου σου ώμου μυστική συνταγή στο ντουλάπι της κουζίνας. Να μου κάνεις τους χειμώνες καλοκαίρια και το χρόνο μου δίχτυ στιγμών.




Posted in | Leave a comment

Ένα θαυμαστικό


Δάγκωμα του αριστερού αυτιού, δάχτυλα μέσα στα μαλλιά και η πλάτη σου στο στήθος μου. Πιέζεις τα δυο μου γόνατα και τινάζεσαι ψηλά γεμίζοντας με άμμο. Γελάς δυνατά και με προκαλείς να σε κυνηγήσω. Τρέχεις και πετάς με τα πόδια σου άμμο και παρακολουθώ εκατοντάδες κόκκους να κατευθύνονται πάνω μου. Ανοίγω τα χέρια και χώνομαι μέσα τους, ταξιδεύω στο χωροχρόνο σου και νιώθω τη γεύση σου να ποτίζει τα χείλια μου. Νιώθω ρε. Νιώθω ό,τι θα μπορούσα να νιώσω με τις αισθήσεις μου μέχρι να νιώσω ότι είναι λίγες για να σε νιώσω όσο θα’πρεπε. Γιατί δίπλα σου όλα είναι στο πρέπει. Πρέπει να σε αγγίζω και να σε ζω, έπαψε προ καιρού να’ναι ζήτημα επιλογής. Αρθρώνω μεγαλύτερες προτάσεις για να μπορέσω σ’ένα μόνο ανοιγόκλειμα της προσοχής σου να συμπεριλάβω όσα θέλω να σου πω. Καταργώ τις τελείες και μιλάω με απέραντες αλληλουχίες κομμάτων. Και στο τέλος, πάλι και μόνο εσύ. Ένα τεράστιο, τρομακτικό, επιβλητικό θαυμαστικό.

!

Posted in | Leave a comment

Μαηρίτσα



Εμφανίστηκε ένα σούρουπο του Μάη ανάμεσα στις καρφιτσωμένες με πέτρες στο χώμα πετσέτες και κρατώντας μία λεπτή κούτα. Οι δύο παρέες που είχαν μείνει στην απόμερη παραλία επικεντρώθηκαν περισσότερο στα δύο καλώδια που τον ακολουθούσαν παρά στον ίδιο και την κούτα. Αυτός ήταν εικοσικάτι, αδύνατος, σγουρομάλλης, με τσιγάρο στο στόμα και μαύρες παντόφλες, αυτές με τη διχάλα που κάθε φορά πρέπει ν’αποφασίσεις πού θα πάνε τα τρία και πού τα δύο δάχτυλα. Βγάζει από την κούτα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και το στήνει γρήγορα στην άμμο. Το στολίζει με μια γιρλάντα που θυμίζει λεπτό έντερο κι αυτό γιατί είναι όντως λεπτό έντερο. Με τα λαμπάκια να έχουν περαστεί στο εσωτερικό του. Αυτό ήταν το ένα καλώδιο. Με το άλλο έδωσε ρεύμα στην αυτοσχέδια γιρλάντα φωτίζοντας την. Κόκκινο, μπλε, ή πράσινο εντερί χρώμα έπεφτε στην άκρη του κύματος λίγα λεπτά πριν ο ματωμένος ήλιος χαθεί. Οι νεαροί, αποσβολωμένοι στις πετσέτες, από οριζόντιοι γίνανε ημικαθιστοί και μετά όρθιοι. Ο διακοσμητής απόμερων παραλιών απομακρύνθηκε κι έμειναν ν’αναβοσβήνουν μόνα τους τα λαμπάκια μέσα στο εντεράκι πάνω στο δεντράκι δίπλα στο κυματάκι που’βρεχε το πετραδάκι. Αφού ψάχτηκαν προσεχτικά όλοι μεταξύ τους και σιγουρεύτηκαν ότι έχουν όλοι έντερο κάτσανε πάλι στις πετσέτες τους κι ανοίξανε τα δώρα τους. Τελικά, το καλώδιο βραχυκύκλωσε, τα λαμπάκια σκάσανε, το έντερο σκορπίστηκε στα μούτρα τους και ο ήλιος ξαναβγήκε να δει τί έγινε.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.