Archive for 1/6/12 - 1/7/12

Λίγα τα'χεις;


Φεύγοντας μην κλείσεις την πόρτα και κοπεί το σχοινί που σου’χω δέσει στη μέση. Και μην ξεχνάς να το πατάς πότε πότε, όταν στη δουλειά πηγαίνεις από γραφείο σε γραφείο, για να με τινάζει όπου βρίσκομαι και νόημα στον τρόμο να δίνει. Και τα σημειώματα σου στο τραπέζι της κουζίνας; Ή μέσα στο πορτοφόλι; Ας τ'αφήσουμε καλύτερα. Γιατί τις λέξεις σου βλέπω παντού γραμμένες, σε τοίχους με μπογιά σαν συνθήματα ξεσηκωμού, σε πινακίδες με φως ν'αναβοσβήνουν εμφατικά και σε βιβλία με μεγάλα γράμματα να επισκιάζουν κάθε κείμενο και εικόνα... Χαίρομαι που συμφωνείς και άσε τα υπόλοιπα σε μένα. Τί, ποια υπόλοιπα; Αυτά που ξέρω πως ό,τι και να γίνει δε θα μπορέσω να νικήσω. Τη μυρωδιά σου στο μπλουζάκι μου που φόρεσες το βράδυ στο μπαλκόνι και μοιάζει πλέον με εισιτήριο άνευ επιστροφής για το βυθό, το μουτρωμένο σου πρόσωπο στον καθρέπτη εκείνο το μουντό πρωινό Δευτέρας, τα ξέφρενα λόγια που μου ψιθύρισες μετά το μεθυσμένο βράδυ στα νότια, το δάγκωμα του αυτιού, το θυμωμένο σου «και μένα γαμώτο πολύ».

Λίγα τα’χεις;


Posted in | 1 Comment

Έλα τώρα


Μου λέγανε κάποτε για απόκρημνα βουνά με δέντρα αρχηγούς στο γλέντι και ποτάμια πρώτα στο χορό κι έλεγα, έλα τώρα, ψέματα. Λίγο μετά, κάπου εκεί μεταξύ λασπωμένου ποδηλάτου και μώλωπα στο μάγουλο, μου είπαν για ανθρώπους μηχανές που πετάνε με οδηγό τα φώτα των καραβιών και τη νύχτα ξυπνάνε στα γραφεία τους κι έλεγα, έλα τώρα, παραμύθι. Όταν βγήκα απ’το γραφείο, ήρθαν πάλι και μου είπαν για θάλασσες χωμένες στη στεριά και για αμμουδιές στα πεζοδρόμια των βιαστικών πόλεων και είπα, έλα τώρα, ψέματα. Σήμερα εδώ, μεταξύ φθοράς και φθήνιας, ψυχών λερωμένων και άγριων ανθρώπων, ήρθες να μου πεις ότι απλά υπάρχεις και λέω, έλα τώρα, ψέματα.

Posted in | Leave a comment

Χτύπα το κουδούνι


Να χαζεύαμε φωτογραφίες από άδειες, μεγάλες πλατείες που περπατήσαμε ξημερώματα και λιθόστρωτα δρομάκια πίσω από οικογενειακούς φούρνους που είδαμε ν’ανοίγουν και πρώτοι εμείς τις μυρωδιές ρουφήξαμε. Και μετά να μπερδέψουμε την ερωτική μας διάθεση με την αγωνιστική. Να μην ξέρουμε αν θέλουμε να κάνουμε έρωτα δίπλα στον κρύο, βραδινό βράχο ή να χτυπήσουμε τα κουδούνια και να βγουν όλοι στους δρόμους. Να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, θυμάσαι; «Να δεις που ο κόσμος είναι μέσα στα σπίτια και περιμένει απλά το κουδούνι. Στέκεται δίπλα στο θυροτηλέφωνο περιμένοντας. Δε θα ρωτήσει ποιος και γιατί. Θα πάρει απλά το διπλανό του και θα κατέβει στο δρόμο. Περιμένει το σύνθημα, το σινιάλο απ’το θορυβώδη δρόμο. Το κουδούνι-φάρσα που χτυπούσαμε παιδιά και τρέχαμε μακριά και κρυβόμασταν πίσω από αυτοκίνητα περιμένοντας να κόψουμε αντιδράσεις, λόγια και μορφασμούς, το ίδιο αυτό κουδούνι της παιδικής ηλικίας να γίνει όπλο ξεσηκωμού. Τώρα άλλωστε είναι κι ευκολότερο: τα δάχτυλα είναι μεγαλύτερα και τα πόδια δε χρειάζεται ν’ανασηκωθούν για να φτάσουν». Ναι, να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, ζωή μου, και δε θα σου το χαλάσω διαφωνώντας για το πού στέκεται ο κόσμος. Να σταματήσεις να βλέπεις τους φίλους σου να μαζεύουν από απόγνωση, κάθε μήνα όλο και πιο σκυφτούς με χέρια δυσκίνητα και χείλια ερεθιζόμενα μόνο απ’τα απαραίτητα. Με το’να χέρι στη βαλίτσα και τ’άλλο στο λαιμό που πνίγεται. Χτύπα το κουδούνι, έλα, κι εγώ θα κρυφτώ πίσω απ’τ’αμάξι και θα σε καμαρώνω.


Στους φίλους μου

Posted in | Leave a comment

Τα λέμε στον ιμάντα


Μόνο για λίγα λεπτά μπορούσαν. Το ραντεβού κανονίστηκε λίγες ώρες πριν. Πτήση προς Παρίσι, πτήση προς Αθήνα. Το αεροδρόμιο σκοτεινό και λιγομίλητο. Μόνο κάτι φώτα από ηλεκτρονικές πινακίδες φώτιζαν ανά τακτές αποστάσεις τους διαδρόμους. Αποστάσεις άτακτες... Που οι ίδιοι άλλοτε ήθελαν να φωτίσουν, άλλοτε να σβήσουν, άλλοτε να τις αφήσουν μέχρι να τους καταβροχθίσουν τελικώς. Το πήδημα έλαβε χώρα πάνω στον κλειστό ιμάντα των αποσκευών. Κλειστός μόνο και μόνο για να μη γράφονται πάλι μέτρα και αποστάσεις μεταξύ τους. Αμιγώς ψυχολογικό και συμβολικό. Για τα μάτια των λίγων ούτε λόγος. Αυτό που ζούσαν για τόσο καιρό δεν ντρέπονταν να το κοιτάξουν στα μάτια οι ίδιοι, θα τους ένοιαζαν οι ξένοι; Κάποια φιλιά με τρέμουλο στα χείλη, κάποια χάδια με τύψεις στο λαιμό και λίγες γρατζουνιές για να’χει ν’ασχολείται αργότερα ο καθένας μόνος του.

Είχαν και οι δύο σκεφτεί το ενδεχόμενο της δολοφονίας σε κάποια τουαλέτα αεροδρομίου. Ή και της αυτοκτονίας. Μέχρι που έπεφτε ο ένας στα χέρια του άλλου. Ποιος ο λόγος να χυθεί αίμα, όταν τα υγρά που μοιράζονταν ήταν ούτως ή άλλως δηλητήριο βραδείας δράσης; Γιατί να χρειάζεται να σκοτώσει ο ένας τον άλλο, όταν ο ρομαντισμός των λίγων ωρών γινόταν κυνικότητα τις πολλές; Και τί πιο φονικό απ’τον τελευταίο, βουρκωμένο χαιρετισμό με τις βαλίτσες στα πόδια δίπλα σε δύο ουρές που κοιτάνε αλλού στο χάρτη με τα χέρια να σφίγγουν λίγο πριν τον πνιγμό, το σκισμένο πουκάμισο να σημαδεύει μόνο μια στιγμή και τις ανάσες να πυρπολούν τα πάντα μέσα σου;

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.