Archive for 1/9/12 - 1/10/12

Έτσι νά'ρθεις



Να βλέπεις το κύμα να φοβάται τα δάχτυλα των ποδιών σου να γλείψει
Να πλησιάζει στο εκατοστό μ’αμέσως πίσω απ'το δέος να τραβιέται
Σαν το σεντόνι της Πέμπτης του Σεπτέμβρη που απότομα στα χέρια μου μάζεψα,
τις άκρες του κορμιού σου στο φως να προδώσω και τα μάτια του νου μου να χορτάσω

Όπως τους βατήρες των δαχτύλων μου που στο στήθος σου τρεμόπαιξα
Κι όπως οι μηροί μας στο λευκό φόντο που σαν γραμμές μακρινών τρένων λίγο έξω απ΄το το σταθμό συναντώνται

Έτσι νά’ρθεις πάλι και τα στόματα των παιδιών στη γειτονιά με τ’όνομα σου να γεμίσεις
Στη γωνιά μας θα σε περιμένω,
την άμμο και τους παφλασμούς του Σεπτέμβρη που’χασες
στα χείλια να σου δώσω

Posted in | Leave a comment

My (Islama)bad - μέρος Ι


Χτύπησε τελευταία φορά το κεφάλι της στον τοίχο, κάτω απ’το καδράκι με το Φίντο ντίντο. Δώρο απ’το νονό της όταν ήταν οχτώ, δεν είναι η ώρα. Το χτύπημα το έκανε εναλλάξ με κοίταγμα στον καθρέπτη. Μία στον τοίχο, μία στον καθρέφτη, για να δει αν ακόμα αναπνέει. Γελούσε, γιατί κάθε φορά προβάλανε και τα δυο τους πρόσωπα στον καθρέπτη, το ένα ματωμένο, το άλλο ζωχαδιασμένο. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν, ξεκίνησε να τη σέρνει στο διάδρομο. Πέμπτη απόγευμα νωρίς, περίπου τέσσερις. Τα χέρια του πότισαν οι φρέσκιες ανταύγειες των μαλλιών της. Πένθιμο μωβ στο χρώμα· δύο ακριβώς αυτές. «Συγγνώμη, δέχτηκες στοματικό έρωτα στο πρώτο ραντεβού; Και δέχτηκα κι έκανα χαχαχα!», γέλασε η μεσημεριανή τηλεόραση στο βάθος.

Στο απέναντι διαμέρισμα τα πρώτα γραφεία ενός κόμματος στην πόλη. «Όχι και κόμμα, συμμορία. Σαν ν’άνοιγε επίσημο υποκατάστημα η Κόζα Νόστρα. Σκοτώσαμε και σας περιμένουμε». Μουρμούρισε αυτός, όταν οι ανταύγειες του ανακοίνωσαν τα επερχόμενα εγκαίνια. Όχι πως και τον πολυένοιαζαν τα πολιτικά, μισθός-μουνί-μπάλα ήταν η τρίχρωμη σημαία του. Η δική τους σημαία πάντως ανέμιζε απέναντι από τους δύο βασιλικούς τους στο μπαλκόνι. Αν μάλιστα ξάπλωνες στο πάτωμα, να, όπως δηλαδή την πηγαίνει αυτός τώρα πάνω κάτω στο τριάρι, θα’βλεπες στη σειρά σεμεδάκι τηλεόρασης-βασιλικό-σημαία-φαλάκρα. Του ντόπιου αρχηγού τους. Η φαλάκρα ντε, γιατί το σεμεδάκι είναι από δέμα της πεθεράς της νεκρής. Μυτιληνιά η πεθερά, στέλεχος ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη αδυναμία στα μπονσάι. Πήγε έξι όμως και το πτώμα μύρισε.

Posted in | Leave a comment

Ξένος


Ξένος στο σπίτι μου και μόνος στους πολλούς
Και να νιώθω τον άνεμο να κοπάζει στο «ξένος»
Να σπάω λουριά από φιλικές φυλακές,
γιατί Μετανάστης θέλω να’ναι πλέον η καταγωγή μου
Με πρωτεύουσα το εχθρικό Βλέμμα
και γλώσσα τ'απελπισμένα

Κι εσύ για μένα Μετανάστης είσαι
και απόψε θα πλημμυρίσουμε φανάρια, κάδους, χαρτόνια
Ασπίδα στο μαχαίρι του φασίστα
Μα και αυτό ακόμα να λυγίσουμε,
πλύνε τα χέρια σου και τράβα τ'άλλα,
αυτά που χώθηκαν βαθιά

και δύσκολα απ’τα μυαλά πέφτουν

Posted in | Leave a comment

Μισο-



Το μισόγευστο, το μισοτελειωμένο, το μισόπιωτο,
αυτό που λες λίγο ακόμα,
λίγο ακόμα να το ζήσω όσο θέλω,
να το εξαντλήσω, να το στεγνώσω,
να το κρεμάσω δίπλα στο βασιλικό μου,
να στέκομαι από κάτω του τα ζεστά μεσημέρια
να το στύβω και να ξεδιψώ απ’τις σταγόνες του

Μόνο για λίγο. Λίγο
Τόσο που μόνο λίγο δε θα δείχνει μετά
Και αυτήν την επανάληψη των λέξεων να σκεπάσει
Και τα νοήματα να φωτίσει,
όπως τα δάχτυλα που γράφουν λέξεις στο υγρό παραθύρι του χειμώνα
και οι ανάσες θαυμαστικά βάζουν στο τέλος
Λίγο μόνο,

το μισο- να γίνει ολο-
και το ένα ν’αυγατίσει

Posted in | Leave a comment

Τριάντα-ένα παιδιά


ΠΑΙΔΙΑ πνίγονται στα νερά του Αιγαίου

Το νερό έκλεισε για πάντα τα στόματα τους απαλλάσσοντας τους γονείς απ'τον μπελά των απαντήσεων. Γιατί ερωτήσεις όπως «πού πάμε, μαμά;», «μαμά, θα ξαναδούμε το σπίτι μας;», «μπαμπά, η μαμά γιατί δεν ήρθε μαζί μας;» κλειδώνουν τα μάτια του μετανάστη γονιού στον ουρανό παρακαλώντας για απαντήσεις.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ στα νερά του Αιγαίου

Αλλά φαντάσου και τις καταφάσεις τους λίγο πριν βουλιάξει το καΐκι. «Κρυώνω». «Πεινάω». «Τρέμω». «Πονάω». «Κλαίω». «Μου λείπει». «Να γυρίσουμε». «Κουνάει πολύ». «Φοβάμαι». «Φοβάμαι πολύ». Και ξαφνικά χέρια για λίγο πάνω απ’το νερό, ρούχα στο πουθενά, στόματα αφρισμένα, μάτια βουλιασμένα σε νερό και δάκρυ, κραυγές που κόβονται από τα κύματα, ένα παιδί, δύο παιδιά, τριάντα-ένα παιδιά, και μετά σιωπή και σκοτάδι.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Σκάφη του λιμενικού φτάνουν στα ανοιχτά της Σμύρνης. Οι σωροί συλλέγονται, όσες βρέθηκαν τουλάχιστον, ποιος θα νοιαστεί άλλωστε για ψυχές χαμένες ήδη πριν απ’το ταξίδι τους. Δημοσιογράφοι γράφουν μονόστηλα κάπου χωμένα ανάμεσα σε δεύτερες ειδήσεις. Φωτορεπόρτερ στέλνουν φωτογραφίες που σου παγώνουν το αίμα. Συμπολίτες σου χαίρονται που απαλλάχτηκε ο τόπος από δαύτους. Συμπολίτες σου, οι πρόγονοι των οποίων δεκαετίες πριν, λίγα χιλιόμετρα πιο'κει, κατάφεραν - ή πνίγηκαν επίσης - να ξεφύγουν με βαπόρια για την Ελλάδα. Και μετά έρχονται οι δικές σου καταφάσεις. «Ξερνάω». «Κλαίω». «Θυμώνω». «Απορώ». Και γυρνάς τα μάτια σου για απαντήσεις, πού αλλού, στον ουρανό, στον ίδιο ουρανό που τελευταίο αντίκρυσαν τα τριάντα-ένα πνιγμένα παιδιά.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.