Archive for 1/1/12 - 1/2/12

Είμαστε νεκροί



Τ’ασθενοφόρα πέρναγαν από μπροστά σου, 
μα η σιωπηρή σου κραυγή κάλυψε τις σειρήνες τους.

Η ανηχιά των συλλαβών σου σκέπασε το ίδιο εύκολα τη γλάστρα που δυο ορόφους πιο πάνω έσπαγε και το μοτίβο του θανάτου που σε τέσσερις τροχούς σερνόταν.

Χτυπούσε ο νους σου πάνω στα χείλια-τείχος που μπροστά τους ύψωσες 
πριν την έξοδο του στον αέρα.

Απόγευμα Πέμπτης ήταν, όταν το καλοκαίρι γλιστρούσε στα μαλλιά σου 
και σε θερμοκρασίες καύσωνα βουτούσε τα ήδη υγρά σου μάτια.

Η πορεία συνέχιζε, μα εσύ σταματημένη· δίπλα στο ματωμένο πεζοδρόμιο το νεαρό σου δέρμα να σκίζει και τα παγωμένα σωθικά στο τσιμέντο να χύνει.

Είμαστε νεκροί, ψέλλισες, και από τη ράχη της μύτης δάκρυα τρέχανε.

Όχι ακόμα, σου φώναξαν, και ένα έγινες πάλι με την ορμή των διαδηλωτών.

Posted in | Leave a comment

Dead end



Ξυπνάω μέσα στα βαθιά χαράματα τρεις φορές τη βδομάδα. Εδώ και δύο μήνες, αυστηρά τρεις φορές. Όλες μου οι σκέψεις και πράξεις έχουν αποκτήσει τον κβαντισμένο προγραμματισμένο που επιτάσσουν οι σύγχρονες οδηγίες. Fitter-happier-more productive. Από τα βλοσυρά κουτιά με τις αυστηρά κάθετες και οριζόντιες γραμμές που μόνο ενενήντα μοίρες συναντάς, έχω κρατήσει μόνο κάτι όνειρα εκτός. Μα δε φτιάχνει η φύση ορθές γωνίες και η μοίρα σου μία μόνο είναι. Μέχρι πρόσφατα είχα κρατήσει έξω και τους εφιάλτες μου. Τους θυσίασα όμως για να προφυλάξω τα «κάτι όνειρα», δεν είχα εναλλακτική. Ή μήπως είχα; Ή μήπως έχουμε;

Με ξυπνάει μια εικόνα. Βλέπω από ψηλά το χάρτη της χώρας και αργά αργά απομακρύνομαι. Μέχρι και στους εφιάλτες ενσωμάτωσα υψηλή τεχνολογία. Terror embedding. Ο χάρτης είναι κόκκινος, γεμάτος ανθρώπινα πτώματα – αριστερό χέρι βουτηγμένο στο Αιγαίο, κορυφή της Πίνδου σκίζει κοιλιά παιδιού. Σάρκες δαγκωμένες και όρνια χορτάτα να πετάνε. Καταρράκτες αίματος αφήνουν τη στεριά και χύνονται στις θάλασσες. Κραυγές μανάδων μου τρυπάνε τ’αυτιά. Ξυπνάω ιδρωμένος πιάνοντας την κοιλιά μου που ακόμα κλειστή είναι.

Τερμάτισα τον εφιάλτη. Όταν το αποφάσισα ο ίδιος αμυνόμενος στην πραγματικότητά του. Από μικρός κατεδαφίζω. Γκρεμίζω ό,τι δημιουργώ επανεκκινώντας το από μηδενική βάση ή αντικαθιστώντας το με κάτι που θα κατεδαφίσω την επόμενη φορά.

Φοβόμαστε να γκρεμίσουμε κάτι που θεωρούμε σάπιο. Κάτι που ολημερίς λοιδορούμε και το βράδυ καταρριόμαστε. Ο ήλιος, πέντε άνθρωποι, ένας βράχος και οι ιδέες μας ό,τι πολύτιμο μας έμεινε. Τα έχουμε εξασφαλίσει. Αυτή είναι η καβάτζα μας, τίποτα άλλο. Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι το τελικό μας δημιούργημα έπειτα από μια ολική κατεδάφιση; Πόσο δύσκολο είναι να τερματίσουμε οι ίδιοι τον εφιάλτη μας; Τί περιμένουμε άραγε;

Posted in | Leave a comment

Μου. Μάτια



Παραμένω αμήχανος μπροστά στις συνεχόμενες διαρρήξεις σου.
Έβαλες δύο σεσημασμένους κλέφτες να μου παίρνουν ό,τι έχω και δεν έχω κάθε φορά που σε συναντώ.
Τα χάνω, βλέπεις, όποτε φτάνω σε απόσταση ανάσας απ’το βασανιστικά αρμονικό ανοιγόκλειμα τους και μόνο λέξεις δε μένουν στη μνήμη. Εικόνες, ήχους, γεύσεις και πολλές μυρωδιές, πάρα πολλές, ναι, θα βρεις.
Σταμάτα. Θα σε καταγγείλω, δεν αστειεύομαι.

...

Βλέπεις πανικό, βλέπω ουρανό.

...

Στο πεζοδρόμιο κάτω απ’το παράθυρο σου πετάς τις νύχτες μας ξέροντας ότι θα περπατήσω μέσα από πλατείες για να τις κρύψω ξανά κάτω από το μωβ σουπλά της κουζίνας. Χρειάζομαι πολλές αναπνοές για τόσο περπάτημα.

...

Στο κρεμαστό σου που΄σπασα, στο ποτήρι πού’πεσε και σκόρπισε τα χείλια σου σε κάθε γωνιά του μπαλκονιού, στην κουβέρτα που κάθε λίγο μου ζητούσε να φιλήσει τον γυμνό σου ώμο το ξημέρωμα, στις παύσεις σου. Σε μυρίζω.

...

Μετρημένες σε χίλια και κάτι σεντόνια οι πνοές που μου’χεις αφήσει για ν’αντιλαμβάνομαι το αληθινό.
Λυπήσου με.
Μάτια.

Posted in | Leave a comment

Δύο τις κουβέρτες



Όσο μεγαλώνεις, νιώθεις μεγαλύτερη συμπόνοια για τους ηλικιωμένους. Ξέρεις, ότι σύντομα θα’σαι μέλος της μεγάλης τους ομάδας, αν και με διαφορετικά μέλη τότε. Και θα κλαις μόνος σου, όπως κι αυτοί κάθε φορά που κλείνει το εγγόνι την πόρτα έχοντας πει πρώτα «αντίο, παππού». Με το φόβο ότι μόλις άκουσες για τελευταία φορά αντίο από το μικρό πλασματάκι που μέρες ζωής σου χαρίζει όποτε το συναντάς. Έτσι δεν είναι, καλέ μου Πέτρο;

Ήσουν μικρός ακόμα, όταν μόνος σου είχες βρει το λόγο που η γιαγιά σου είχε τόσες ζάρες και ρυτίδες στο πρόσωπο. Έπρεπε κάπως να κυλάνε τα δάκρυα μακρυά από τα μάτια, μου’χες πει. Τα θυμάσαι τα ρυάκια του χρόνου, έτσι δεν είναι; Τυχερός είσαι που κρατάς ακόμα στις δυο σου χούφτες αναμνήσεις πολλών χειμώνων. Γιατί ο άρρωστος παππούς τις έχασε, Πέτρο μου. Κάθε μέρα λευκό χαρτί γι’αυτόν. Μόνο το μολύβι που χαράζει τις καθημερινές του σκέψεις κι ανησυχίες είναι ίδιο. Ο μπούσουλας αυτός, που όπως τον έκανε να δίνει άδολα το φαγητό του στον γδαρμένο που πεινούσε περισσότερο από τον ίδιο στο νησί της εξορίας, έτσι τον έκανε και ν’αφήσει τη γυναίκα του ξαφνικά ένα βράδυ. Τόσο γενναίος και τόσο δειλός μαζί. Ο ίδιος άνθρωπος είναι, Πέτρο. Μπορεί η άνοια να του’κλεψε κάποιες από τις καλοκλειδωμένες μνήμες, αλλά το λευκό χαρτί από το ίδιο μολύβι και χέρι θα γεμίσει πάλι. Έστω και για λίγο.

Ξέρω ότι χθες άφησες μια κουβέρτα στο παγκάκι της πλατείας κάτω από το σπίτι σου. Δίστασες να τη δώσεις στον ίδιο, φοβούμενος τη μάχη λύπης στην οποία θα σ’έριχνε και οριακά θα έχανες. Οριακά, Πέτρο μου. Γι’αυτό σε παρακαλώ, την επόμενη φορά κράτα δύο κουβέρτες, μία για να σκεπάσεις και μία για να σκεπαστείς ο ίδιος στο διπλανό παγκάκι. Η ομάδα πλέον είναι μία, να θυμάσαι - αφού μπορείς.

Posted in | Leave a comment

Farmill




Γουρούνι κουτουλά γουρούνι. Το εκνευρισμένο και κακοφαγωμένο γουρούνι Νάσος πάει να δαγκώσει το καλοφαγωμένο γουρούνι Βάσο. Ο Βάσος προσπαθεί να δικαιολογηθεί αποδίδοντας το γλίστρημα στο τυχαίο και καθημερινό της ζωής στο βούρκο. «Γουρούνια είμαστε, λάθη κάνουμε». Ο Νάσος δε δέχεται ν’ακούσει και είναι έτοιμος να φωνάξει κι άλλα γουρούνια για μάρτυρες. Το περιστατικό ξεφεύγει του ελέγχου τους, κάτι το οποίο κανείς τους δεν επιθυμούσε. Ο ιδιοκτήτης της φάρμας ακούει το θόρυβο και φτάνει στο σημείο. Στα μάτια των δύο ζώων διακρίνεται αρχικά σύγχυση και μετέπειτα ηρεμία. Αναθεωρούνται οι στόχοι, τα σημεία θυμού και οι μελλοντικές δράσεις. Σε αυτό βοήθησε και η λάσπη. Πάνω της καθρεπτίστηκαν οι μουσούδες τους θυμίζοντας τους την κοινή όψη και τον κοινό σκοπό.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.