Των κερασιών οι μέρες δεν ήρθαν ακόμα για να
στολίσεις τα μαλλιά σου.
Και οι εξώπορτες των σπιτιών νιώθουν το χέρι της
νοικοκυράς
στη ράχη να τις βουρτσίζει τα πρωινά.
Η βροχή γεμίζει για λίγο το άδειο και στα πρόσωπα
σύννεφα καρφιτσωμένα βλέπεις.
Ανάσας μπαλώματα κολλάς στο τζάμι και η σιωπή σου
γίνεται ένα με τις σταγόνες που λιώνουν στον κατήφορο.
Δικαίωμα στον έρωτα δε ζήτησες ποτέ, μα ούτε θα
σου χαριστεί και από κάπου.
«Οι νύχτες τινάζουν τις μέρες μας στο κρύο
μπαλκόνι.
Ψάχνω τώρα δυο φεγγάρια και δυο λευκά σεντόνια να σε κλείσω μέσα τους».
Απαίτησες το μαζί φυλάσσοντας άνυδρους καρπούς στα
ξερά σου κλαδιά.
Κραυγές ακατάληπτες βγάζεις με κάθε σου χάδι, σε
μια εποχή που ούτε οι κοιμισμένες κερασιές δε συγχωρούν το σπατάλημά του.
Κρίμα να πλένεις τα ιδρωμένα σου σεντόνια με τη
δειλία
που περισσεύει απ’το κοινωνικό σου εγώ και σκοτώνει το εμείς.
Γι’αυτό φρόντισε το τελευταίο κλείσιμο της
εξώπορτας
να σας βρει και τους δυο στην ίδια πλευρά του τζαμιού.
Είτε του κρύου είτε του αχνισμένου.




Δημοσίευση σχολίου