Στάθηκες τρία μέτρα πίσω από τον άντρα σου καθώς αυτός περπατούσε προς την
είσοδο του κλαμπ. Ξημερώματα Κυριακής γύρω στις τέσσερις αφήνω το πόδι από το
γκάζι. Λίγα λεπτά πριν, παρκάρατε το πολλών κυβικών αγροτικό σας όχημα πάνω
στην υπερυψωμένη διάβαση των πεζών. Πρόλαβα να σας σιχαθώ παρά το προχωρημένο
της ώρας. Τράκαρα. Πάνω στο πρόσωπο και τα δακρυσμένα σου μάτια. Περνώ τη
διάβαση, με τις ρόδες σε αργή κίνηση. Άδικα βάφτηκες, το ξέρεις πλέον. Μου
θύμισες και τον Άλις Κούπερ, που άκουγε ο αδερφός μου μικρός.
Μη μου πεις, ξέρω. Τσακώθηκες με τον αγροίκο σου. Δεν τον αγαπάς πια. Αν
τον αγάπησες ποτέ γι’αυτό που είναι. Αλλά έχετε κι ένα παιδί και η κοινωνία τί
θα πει και δεν έχεις δική σου δουλειά και ποιος θα σε θέλει τώρα εσένα στα
σαράντα φεύγα και η κρίση μας θέλει ενωμένους και δε βαριέσαι. Εγώ καθόλου, εσύ
όμως; Πώς θα μπορούσες άλλωστε να τον αγαπήσεις; Εσύ, μια κυρία με δέρμα, που
ξέχασε ν’ακολουθήσει τα υπόλοιπα σου κύτταρα στο μονοπάτι του χρόνου, και λευκό
σαν πούπουλο καλοθρεμμένης κότας.
Είχα μαζί μου μια μυτερή ομπρέλα. Την είδες στο πίσω κάθισμα του
αυτοκινήτου καθώς περνούσα δίπλα σου. Αν στην έδινα, ξέρω τί θα την έκανες,
αλλά ευτυχώς δεν είναι τρία μέτρα μήκος για να τον φτάσει. Άσε που μια κυρία με
μαυροκόκκινο, ξεπλυμένο πρόσωπο δίπλα σε μια ματωμένη διάβαση δεν είναι καθόλου
σικ. Όχι λόγω διάβασης, αλλά εξαιτίας των λασπωμένων τροχών του εξωγήινου
τέσσερα επί τέσσερα σας ακριβώς πάνω στις γραμμές της. Και από την άλλη αν τον
σκότωνες, τί; Θα σε αγαπούσα ή θα σε μισούσα περισσότερο; Όταν άφησα τη
διάβαση, δεν είχα καταλήξει πάντως. Ίσως βοηθούσε ο φόνος.
Σ’αφήνω να προλάβω το πράσινο. Ε να μην γκαζώσω ύστερα από τόση αργοπορία
για πάρτη σου; Στον κάδο πίσω απ’το αγροτικό άφησα την ομπρέλα. Επειδή έρχεται
καταιγίδα στο λέω, όχι για να με κάνεις συνεργό στο έγκλημα. Χαλάρωσε,
μεγαλοαστή της επιδότησης και γλυκό πλάσμα του ξημερώματος, μην κάνεις home
cinema το home δράμα σου. Τελικά κατέληξα. Σ’αγάπησα.
Φιλάκια




Δημοσίευση σχολίου