[πτώση]
Χάρισε μου την ελευθερία
αγρότης να γίνω στο κακοτράχαλο μποστάνι σου.
Ροζιασμένα δαχτύλια να πετώ από τις λέξεις σου
και αγκάθια χωρίς γάλα να καρφώνουν στα μαλλιά μου.
Μόνο τράβα τα χέρια σου απ’το φτυάρι
που σκάβοντας θα φτάσω εγώ στο εγώ σου.
Γέλα δυνατά, γέλα συνεχώς, μη σταματάς,
ζωή μου.
Ξέχνα της πόλης τα οφείλω και τα δεν,
βγάλε τη μούρη σου από το νέφος του αστού.
Άγγιξε το σύννεφο με το χωμάτινο σου πέλμα
και άκου τα εργοστάσια από μακριά να καταρρέουν.
Ιδρώτας ποτάμι να χύνεται στις μασχάλες σου,
στους δυο σου αυτούς λάκκους που σπόρους θα μπολιάσω.
Εκδίκηση για τον κλωβό που μέσα μας ερίξανε
απόψε, εδώ, θα πάρω.
Στο χώμα που οι μηροί σου σε λίγο θα βουλιάξουν,
στα φύλλα που οι φωνές σου τριγύρω θα σκορπίσουν,
με κλαδιά και δέντρα τη ράχη σου θα κρύψω,
με νερό και λάσπη τον Κήπο μας να χτίσω.




Δημοσίευση σχολίου