Άτακτος ο νους μπροστά στην όψη του αμμουδερού σου μικρού δαχτύλου. Του
δαχτύλου που τα μεγαλύτερα του ποδιού διστάζει να κοιτάξει και κοκκινίζει από
σεμνότητα όποτε αυτά το σπρώχνουν. Που τόσο το λευκό σεντόνι του Μάρτη αδίκησε και
τώρα η απριλιάτικη άμμος στον ήλιο με περηφάνια παρουσιάζει. Και που στο
ταπεινό του πάτημα στην ακροθαλασσιά τα κύματα στην όχθη μαζεύονται να το
θαυμάσουν σιωπώντας.
Ξερίζωσα την ανθισμένη πασχαλιά που το σούρουπο στην αυλή πέτυχα να σε
χαϊδεύει. Και που ψιθυριστά στο αυτί λόγια ξόρκια και σαγηνευτικά άκουσα να σου
λέει. Μάτια μου αθώα, η φύση υποκλίνεται στο πέρασμα σας και το μυστικό σας
θέλει ν’αρπάξει. Να το κρύψει βαθιά στο χώμα της και χυμώδεις, ροδαλούς καρπούς
μέχρι και το φθινόπωρο να δίνει στ’αφεντικά που την αρμέγουν. Συγχώρα με, μα να
σε μοιραστώ ακόμα δεν είμαι έτοιμος κι ας μ’απειλεί κάθε ξημέρωμα ο άνεμος
χτυπώντας με οργή πεινασμένου τα παντζούρια μου.
Το φιλί που μου’δωσες φεύγοντας είχε κόκκους άμμου μέσα του. Έξι πρέπει
να’ταν, ναι. Τους έχω κρύψει στο πίσω μέρος της γλώσσας μου μην τους σαλέψει ο
αέρας και τους κλέψει. Σε πόλεμο με τη φύση μ’έριξες και ο θάνατος της ήττας γλυκός
θα’ναι μπροστά στην απουσία σου.
Ένας κόκκος άμμου για κάθε αυγή μακριά σου.
Μην αργείς.



Δημοσίευση σχολίου