Το τηλεφώνημα στην αστυνομία ήταν σύντομο και αντιφατικό: «είναι νεκροί,
βιαστείτε». Το βαν του τηλεοπτικού συνεργείου, το ασθενοφόρο και το περιπολικό
στάθμευσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας εμποδίζοντας τη διέλευση αυτοκινήτων
και δικύκλων. Δεν πέρασαν όμως ούτε είκοσι λεπτά, όταν οι αστυνομικοί και οι
τραυματιοφορείς άρχισαν να βγαίνουν από την είσοδο του κτιρίου. Οι ταινίες
απαγόρευσης εισόδου μαζεύτηκαν γρήγορα και οι σειρήνες των οχημάτων έσβησαν. Ο
εικονολήπτης έκλεισε την κάμερα και μαζί με τη δημοσιογράφο επιβιβάστηκαν σιωπηλά
στο βαν του καναλιού. Με σκυμμένο το κεφάλι οι τέσσερις αστυνομικοί μπήκαν στο
όχημα τους και χάθηκαν στην κοντινή διασταύρωση. Την απρόσμενη σιωπή διατάραξαν
μόνο οι παντόφλες των γειτόνων και τα λάστιχα των οχημάτων δημόσιας ασφάλειας...
Ο χώρος του εγκλήματος έμεινε όπως πριν το τηλεφώνημα και οι δεκάδες περίεργοι γείτονες
επέστρεψαν στα σπίτια τους σφραγίζοντας καλά πόρτες και παραθυρόφυλλα.
Ο χώρος του εγκλήματος
έμεινε όπως πριν
Όσοι μπήκαν στο διαμέρισμα το βράδυ εκείνου του Απρίλη αντίκρυσαν ένα νεαρό
ζευγάρι αγκαλιασμένο στο πάτωμα του στενάχωρου σαλονιού, πάνω σ’ένα λευκό χαλί.
Νεκροί, παγωμένοι, ενωμένοι σε ένα. Δύσκολα διέκρινες την ασυνέχεια του ενός
κορμιού πάνω στο άλλο. Τέρας θα το χαρακτήριζε ένας συγγραφέας επιστημονικής
φαντασίας, άγγελο με τέσσερα χέρια ένας ρομαντικός ποιητής. Στις δύο κορυφές
του χαλιού, ακριβώς πάνω από τα δύο πτώματα ήταν τοποθετημένα τα κεφάλια των
δύο νέων. Δίχως σταγόνα αίματος πουθενά, αποστραγγισμένα, κεφάλια και κορμιά. Στον
τοίχο πίσω τους δύο λέξεις γραμμένες με αίμα νέων: «ακούστε μας».
ακούστε μας
Δημοσιογράφοι, αστυνομικοί,
γιατροί και συγγενείς του νεκρού ζευγαριού κοιτάζονταν μεταξύ τους προσπαθώντας
να καταλάβουν τί είχε συμβεί. Ποιος μπόρεσε να διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα
και γιατί; Τον πανικό τους διέκοψε ένα ηχογραφημένο μήνυμα που ήταν
προγραμματισμένο να ξεκινήσει ακριβώς στις 2 π.μ…
Κάθεται στους καναπέδες μαζί
σας
«Δε θέλουμε να κλάψετε για μας, να θρηνήσετε ή να καταρραστείτε. Μα ούτε να
σας κουράσουμε ψάχνοντας το δολοφόνο μας. Μην τον αναζητήσετε μακριά από τα σαλόνια
και τις δουλειές σας. Κάθεται στους καναπέδες μαζί σας. Στέκεται δίπλα σας πάνω
από την κάλπη εδώ και δεκαετίες. Σας δίνει το φακελάκι που δίνετε στο δημόσιο
υπάλληλο. Σας υποδέχεται στο γραφείο του άθλιου βουλευτή που σας υπόσχεται θέση
εις βάρος ενός άλλου νέου που θα μπορούσε να’ναι ο φίλος ή ο έρωτας μας. Δε
θέλουμε να πείτε πλέον πολλά. Ο ευνουχισμός μας απαίτησε τον αποκεφαλισμό μας
και του τον δώσαμε. Φύγετε, όπως ήρθατε. Καθαρίστε τα χέρια σας από το αίμα μας
και συνεχίστε τις ζωές σας σα να μην έγινε τίποτα. Γιατί επί της ουσίας τίποτα
δεν έγινε. Τίποτα».
Ο ευνουχισμός μας απαίτησε
τον αποκεφαλισμό μας



Δημοσίευση σχολίου