Μου’πες, ότι θες να μου βάλεις στο μέτωπο ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι που
θ’ανάβει μαγικά όποτε με σκέφτεσαι και είσαι μακριά μου. Σου είπα, ότι το’χω
εφεύρει και σου κρέμασα στα μαλλιά ένα φωτοστέφανο που ποτέ δε σβήνει, γιατί ποτέ
δε λείπεις απ’το νου μου.
Μου’πες, ότι φοβάσαι τα βράδια, όταν σκέφτεσαι το αύριο. Σου είπα, ότι
φοβάμαι, μόνο όταν ξέρω ότι την επομένη δε θα φιλήσω τα βουτηγμένα στο αλάτι δάχτυλα
σου. Γιατί σ’αυτά στηρίζω το σώμα μου να μην πνιγώ στην πλημμύρα του μεσογειακού
σήμερα.
Μου’πες, ότι νιώθεις πως βουτάς στο κενό, όταν κλείνεις τα μάτια σου λίγο
αφότου σχολάσεις. Ότι χτυπάς χέρια και πόδια ψάχνοντας μάταια σκαλί να
πατήσεις. Πως νιώθεις ξανά τον πανικό του βρέφους που χάνει ξαφνικά τη ρώγα της
μάνας. Σου είπα, ότι σα στρώμα πλατύ και ζεστό θα ξαπλώσω από κάτω. Ότι χτυπάς
τα χέρια σου με χάρη τέτοια που δεν αφήνεις γωνία να φανεί πάνω τους. Και το
σκαλί που θα νιώσεις να σε προσγειώνει θα’ναι ο ώμος μου. Σου είπα, ότι τα κενά
είναι για να τα γεμίζουμε και πως στα γεμάτα τα χέρια στριμώχνονται. Και πως
όταν τελικά πέσεις, θα δεις βότσαλα πολύχρωμα ο ήλιος να τονίζει στο βυθό της
θάλασσας.
- -Ναι, αλλά...
- -Τί αλλά; Πες μου...
- -Ξέρεις.
- -Ξέρω. Βουτάμε;



Δημοσίευση σχολίου