Archive for 2013

γιορτή


Παλιά ονειρευόμουν ταξίδια. Πλέον ονειρεύομαι ταξίδια μαζί σου. Παλιά με χόρταινε μια φανταστική διαδρομή και οι εικόνες που σχημάτιζα στο μυαλό μου από μέρη μακρινά, βγαλμένα από μια κινηματογραφική μελαγχολία. Τώρα με χορταίνει η διαδρομή των χειλιών σου πάνω στα χείλια μου.
Με αγχώνει η αναχώρηση σου. Φοβάμαι για τις αναπνοές μου τις μέρες που θα λείπεις. Φοβάμαι τα βράδια που θα περνούν χωρίς να πλέκουμε τα πόδια μας κάτω απ’τα σκεπάσματα. Θα μου λείπουν τα κρυφά μας χάδια κάτω απ’το τραπέζι και το αμήχανο σου χαμόγελο πίσω απ’τον καπνό. Η καλημέρα των ματιών σου κάτω απ΄τις πρώτες ακτίνες του ήλιου ανάμεσα στα μισόκλειστα πατζούρια. Το σώμα σου να συμπληρώνει τη φιγούρα μου και τα χέρια σου σχοινιά που ζωντανό, μακριά απ’τον πνιγμό, στο καράβι ακόμα με κρατούν. Η φλόγα των ματιών σου. Οι λέξεις σου. Το κλάμα μου στην αγκαλιά σου. Οι ρακές μας, τα υγρά σου. Φοβάμαι για την αντίστροφη μέτρηση που θα ζήσω. Φοβάμαι για το μετά, μα σε θέλω πιο πολύ από ποτέ. Αν μπορούσα να σου δώσω το δικό μου μετά στα χέρια σου, θα στο’δινα το βράδυ που ακούγαμε μαζί τη βροχή.


Είσαι το δώρο μου και η γιορτή μου μαζί

2 Comments

κατηφορίζοντας

μου τραγούδησες ότι μαζί θα κατρακυλήσουμε,
ότι μαζί θα βγούμε στο ξέφωτο

στην κατηφόρα μας αυτή
σου λέω ότι είσαι το γκάζι και το φρένο μου,
μοναδικό μου φως το αναμμένο σου τσιγάρο
και οδηγός μου το νυχτερινό σου ψιθύρισμα

είσαι η πιο γλυκιά μου κατηφόρα,
αυτή που τα χέρια ψηλά σηκώνω
κι εύχομαι ποτέ ξανά τον έλεγχο να μην πάρω

1 Comment

σβούρα

ν’ανέβεις για λίγο στην τροχιά του άλλου
στα γιατί που του γυρίζουν το στομάχι
να καθαρίσεις το αίμα απ’τις γωνιές που περιστρεφόμενος χτυπά το πρόσωπό του
να σταθείς δίπλα στις κραυγές του και να τον αντιγράψεις
να του πεις να κάτσει στην άκρη να ξεκουραστεί,
ότι θ’αναλάβεις εσύ την επόμενη στροφή
πες το έρωτα, πες το αγώνα
οι τροχιές που δεν τρίβονται και δεν πετάνε σπίθες
σαν μέταλλο που πάνω του ρίχνει ιδρώτα ο τεχνίτης
κάθε άνοιξη κι από λίγο σβήνουν
μέχρι που σκουριάζουν εντελώς

και στο πάτωμα πέφτουν 
σαν σβούρα που’κανε τον κύκλο της

Leave a comment

Θέματα Πανελληνίων Εξετάσεων 2013



Μάιος 2013


Ονοματεπώνυμο:
Ημερομηνία:



Θέμα 1ο – 20 βαθμοί
Νεαρός αλλοδαπός (14 ετών) μεταφέρεται αιμόφυρτος στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου. Στο πρόσωπό του υπάρχουν βαθιές χαρακιές. Ο νεαρός καταγγέλει ρατσιστική επίθεση από ομάδα αντρών ντυμένη στα μαύρα. Οφείλεις να νιώσεις:
(α) ευτυχία που μπορώ και δίνω πανελλήνιες
(β) ικανοποίηση για την οικονομική σταθεροποίηση της χώρας μου
(γ) απέχθεια στη λέξη κι έννοια «αλλοδαπός»
(δ) προφανώς όλα τα παραπάνω

Θέμα 2ο – 20 βαθμοί
Συμπληρώστε τα κενά στο παρακάτω απόσπασμα από τον ηλεκτρονικό Τύπο με τις λέξεις:
καταστολή, βοήθεια, αυτοκτονήσω, πείνας, ξυλοδαρμούς, απειλές, νόημα, πρόσφυγα, απόπειρα, σαμπουάν, άθλιες, λιποθύμισε

«Δεν έχει ________ η ζωή μου. Εφυγα από τη Γάζα για να ζήσω. Δεν θέλω ________ από κανέναν. Θα προσπαθήσω ξανά να _____________. Πείτε το στους αστυνομικούς να χαρούνε». Αυτά είναι τα λόγια του 28χρονου ___________ από την Παλαιστίνη Ιμπραχίμ Φαράζ, όπως τα μεταφέρουν ακτιβιστές που μίλησαν μαζί του μετά την ____________ αυτοκτονίας που έκανε την περασμένη Πέμπτη στα κρατητήρια του Α. Τ. Δραπετσώνας. Ο Ιμπραχίμ ξεκίνησε απεργία ______ στις 14 Φεβρουαρίου, όπως και δεκάδες άλλοι συγκρατούμενοί του που διαμαρτύρονταν για την αδικαιολόγητη παράταση της κράτησής τους, υπό _______ συνθήκες. Οπως κατήγγειλαν δικηγόροι και αντιρατσιστικές οργανώσεις η απεργία πείνας απαντήθηκε με ______________, ______________ και διασπορά κρατουμένων σε άλλα αστυνομικά τμήματα, όπως το Α. Τ. Ασπρόπυργου, όπου δέχτηκαν επίσης _________. Την όγδοη ημέρα απεργίας πείνας ο Ιμπραχίμ Φαράζ _______________ από αδυναμία και, σύμφωνα με μαρτυρίες συγκρατουμένων του, οι αστυνομικοί τού έδωσαν να πιει ____________ για να τον συνεφέρουν».

Θέμα 3ο – 30 βαθμοί
Επιστάτες σε φραουλοχώραφα πυροβολούν προς το μέρος διακοσίων (200) μεταναστών από το Μπαγκλαντές, εικοσιοχτώ (28) τραυματίζονται, εκ των οποίων οι τέσσερις (4) σοβαρά. Αίτιο της συμπλοκής η απαίτηση των μεταναστών να πληρωθούν τα δεδουλευμένα έξι (6) μηνών. Θεωρήστε το ημερομίσθιο του μετανάστη στα επτά (7) ευρώ.

(α) Υπολογίστε το καθαρό κέρδος (ΚΚ) της επιχείρησης χρησιμοποιώντας τον τύπο
ΚΚ = kμετανάστες x Ναπλήρωτες ημέρες x Νημερομίσθια σε ευρώ]
όπου σταθερά k η ανθρώπινη αξιοπρέπεια (από 0 έως 1, όπου 1=καθόλου)

(β)Στόχος του εργοδότη είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησής του μέσω μείωσης του προσωπικού κατά 15%. Πόσοι μετανάστες μπορούν να πεθάνουν χωρίς να μειωθεί το καθαρό κέρδος της επιχείρησης;

Θέμα 4ο – 30 βαθμοί
«...Σήμερα ο όρος επιστράτευση χρησιμοποιείται και ως μέσο καταστολής συνεχιζόμενης απεργίας ιδιαίτερου επαγγελματικού κλάδου ή χώρου που προσβάλλει το δημόσιο συμφέρον».

Επανάλαβε την παραπάνω πρόταση μέχρι να φτάσεις τις χίλιες (1000) λέξεις.

Καλή επιτυχία

Posted in | Leave a comment

άχρωμες φράουλες


μεθώ επίτηδες
γιατί με παρασέρνει το ρήμα:
μου υπόσχεται το «με»
και με σέρνει στα γόνατα μέχρι το παρελθόν που’χασα
(μ’ενοχλεί το πολύ φως)
άνοιξα ένα σκονισμένο βιβλίο και μύριζε ούζο
ο λεκές του σχημάτιζε το λακκάκι στο λαιμό σου
λίγο μόνο να το κοιτάξεις και θα διαπιστώσεις
ότι το μόνο που δε θυμίζει είναι λακκάκι σε λαιμό
με κυνήγησαν τρεις γιγάντιες, άχρωμες φράουλες προχθές
άχρωμες, ναι
ανοιγόκλειναν βίαια οι πόροι τους,
φτύνανε τ'αχαίνια τους, δεν καταλάβαινα,
τις πλησίασα, «δες τα χέρια σου» ουρλιάζανε
τα χέρια μου βουτηγμένα στο αίμα
και δεν τις είχα ενοχλήσει ποτέ·
γι’αυτό μάλλον
χθες ερωτεύτηκα στο διάδρομο με τα καθαριστικά
«πιγκάλ έχετε;»
δεν ξέρω
«δεν ξέρω»
πόσο καιρό έχω να τ’ακούσω;
οι καλημέρες πέφτουν πια σα λαιμητόμοι,
που ακρωτηριάζουν το νυχτερινό όνειρο
απ΄το σώμα της πραγματικότητας
βάναυσα και προκλητικά
κι ενώ το αίμα ρέει,
ακούγεται στο βάθος ένα τραγούδι να τελειώνει,
μα τα τραγούδια που πονάνε όταν τελειώσουν,
έχουν ονοματεπώνυμο και όχι τίτλο
(τα φώτα φεύγοντας)


*


λέξεις cytopenic | σχέδιο άπιαστος λέιζερ

Posted in | Leave a comment

άφωνο


κάποτε τα λόγια μας τις σκέπαζαν, όπως η υπερπροστατευτική μάνα το παιδί της μέσα στον Ιούλη, και αγκομαχούσαν από κάτω οι σιωπές
πνιγμένες
απ’τη φλυαρία της τηλεπερσόνας, του πολιτικού, του συναδέλφου, του φίλου, του νεαρού εραστή

μα τα λόγια γλίστρησαν απ’τα σκεπάσματα, όπως γλιστρά το φως απ’τις ξερές πλαγιές το σούρουπο
και οι σιωπές πλημμύρισαν το χρόνο μας,
όχι πλέον μονάχα στο μοναχικό ξύπνημα του χωρισμένου, στη σκοπιά του φαντάρου, στον πόνο του αρρώστου, στην πείνα του αστέγου,
κι έτσι άκαμπτοι πια κοιταζόμαστε με πανικό μόλις μερικές δεκάδες λέξεων πλησιάσουν έστω και ελάχιστα στη συλλογική μας αποκάλυψη

και όπως χάθηκαν τα λόγια, 
έτσι θα πεθάνουν και οι σιωπές,
και θα μείνουμε μόνοι μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο,
όσο τα πάντα γύρω μας εκρήγνυνται
και μάταια πια την αυγή μας βαφτίσουν κραυγή


Posted in | 2 Comments

άνοιξη ήταν/είναι


     -Γιατί κλαις, μάνα;
     -Η βιοψία του πατέρα σου στις αμυγδαλές έδειξε καρκίνο, γι’αυτό.

Πάσχα του 2007 και η άνοιξη στο λαιμό του πατέρα μου πνιγόταν μέσα στα στενά από σάρκα κι αίμα. «Θα τις κόψουμε απ’τον πάτο τις αμυγδαλιές πατέρα και όλα θα’ναι όπως πριν», τον πείραζα. Από τότε βλέπω μόνο ανθούς και κλαδιά αμυγδαλιάς να βγαίνουν απ’το στόμα του κάθε φορά που μιλά για την περιπέτεια του. Άνοιξη ήταν.

(Έχω βαλτώσει. Αυτό είναι το ρήμα μου. Πίνω για να μη νιώθω τα καλάμια που σκίζουν τα πόδια μου και για να μη μυρίζω τη βρωμιά που εκπνέει το στάσιμο νερό από κάτω μου. Και να πεις ότι δε σέβομαι τις νύχτες, τις μουσικές, ή τις πληγές στα μάτια μου απ’την εικόνα σου στο παράθυρο; Αυτές είναι που μου φέρονται σκάρτα)

Η βεράντα σου βλέπει σ’ένα μικρό κάμπο. Καθόμασταν σχεδόν γυμνοί σε δύο σκαμπώ και μου’δειχνες τα δέντρα και τα μποστάνια. Σου’λεγα ψέματα ότι «εγώ μόνο την ελιά και τ’αμπέλι ξέρω, εσύ πες μου τί βλέπουμε» μόνο και μόνο για να κάτσεις στα πόδια μου και να μου δείξεις ένα ένα τα παιδιά της γης και των αγροτών. Άνοιξη ήμασταν, ναι.

Posted in | 4 Comments

αναβοσβήνω πορτοκαλί




Η θεία Βαγγελιώ άνοιγε τ'αποσμητικά χώρου και περίμενε να βγουν λουλούδια από μέσα, όπως στη διαφήμιση. Την κοίταζα περίεργα, ήμουν-δεν ήμουν δέκα, μέχρι που ένα απόγευμα ένιωσα λεβάντα να μου γαργαλά το γόνατο.
*
Οι κυρίες στο βιβλιοπωλείο με κοίταζαν περίεργα όσο ξεφύλλιζα βιβλία. Το σίγμα ήταν σε ράφι πάνω απ’τη σκάλα και αναγκάστηκα ν’ακροβατήσω σε δυο σκαλοπάτια για να διαβάσω τα κάθετα ονόματα των ποιητών στο χαρτί. «Σαχτούρη δεν έχετε εδώ;». «Όχι, να σας παραγγείλω;». «Ναι, έναν που να μην πονά, παρακαλώ». 
*
Μετά τις χορευτικές μου φιγούρες βγήκα στο θορυβώδη δρόμο και θυμήθηκα το φεγγάρι που πέθανες χθες το βράδυ όταν μου’πες καληνύχτα αντί για πάλι και τον τρελό που με γοργό βήμα πέρασε προκλητικά από μπροστά μου σαν να τα’ξερε όλα. Απέναντι, το χαλασμένο φανάρι αναβόσβηνε πορτοκαλί, κολλημένο μεταξύ φύγε και μείνε. Λες και διάλεγε κι αυτό βιβλία πριν στηθεί στο σταυροδρόμι, λες και το κοιτούσαν κι αυτό περίεργα οι κυρίες, λες και το φανάρι ήμουν εγώ.
*
Παρατηρώ, ότι τις στιγμές που νιώθω αδύναμος είμαι σίγουρος ότι θα επιλέξω τη μετανάστευση και τα λεπτά που οι ανάσες μου ακούγονται, επιλέγω να μείνω στη χώρα. Αναβοσβήνω πορτοκαλί δηλαδή και δυστυχώς δε ζει η θεία Βαγγελιώ να με πείσει ότι ανάβω πράσινο ή κόκκινο.

Posted in | 3 Comments

μας δάγκωσε


Βγήκα απ’το σπίτι για να φέρω ξύλα – βράδυ Κυριακής – και στον αέρα φυσούσε ένα τέλος. Μου’κοψε την ανάσα και με γονάτισε δίπλα στην ακακία ν’ακούω τα γέλια των φίλων μου απ’το σαλόνι. Οι σκιές τους πηδούσαν μέσα απ’τα δυο παράθυρα και πέφτανε οριζόντια στο φρέσκο χώμα του κήπου σαν τάφοι. «Βάλτε γάντια όταν πηγαίνετε για ξύλα μη σας δαγκώσει τίποτα», θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου. Μας δάγκωσε, πατέρα, και πήγε λίγο πιο πέρα για να φτύσει το αίμα μας.
*
Έσπρωξα το χωριό που επισκεφτήκαμε απ’τη μέση του πουθενά όπου ήταν και μπήκα εγώ στη θέση του. Εδώ στο πουθενά ο αέρας στ’αυτιά μου δε φυσούσε, μα γαύγιζε σαν σκύλος απ’την κόλαση. Και η αντίστροφη μέτρηση των κοντινών διημέρων με τους φίλους μου ξεκίνησε, μα δε βλέπω να ψηλαφήσω τα δόντια που μας δαγκώνουν πέρα απ’το χρόνο τον ίδιο, που τον ακούω να κλαίει κάθε φορά που ξεκλειδώνω το σπίτι και τους βλέπω έναν έναν μέσα να περνούν.
*
Ένα ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα σε μερικές ελιές δεν μπορούσε ν’αναπνεύσει απ’τα μπάζα που’χαν πλημμυρίσει την αυλή του. Μήπως έρχονται εδώ τα δόντια κι ακονίζονται; Κάποια συγγένεια πάντως με το χρόνο σίγουρα θα’χε ο απών ιδιοκτήτης του. Το γραμματοκιβώτιο στην πόρτα είχε ένα κρητικό επίθετο και κάποιες γαλλικές, μου είπαν, λέξεις που σε αντίθεση με το υπόλοιπο παρηκμασμένο σκηνικό, έλαμπαν. Κατάλευκοι λατινικοί χαρακτήρες, σαν γρίφος ή σαν προειδοποίηση για όποιον τολμήσει να ξεχάσει το χθες για το τώρα και τότε ήταν που πείστηκα, ότι το επίθετο ήταν δικό μου και τα γαλλικά όλα αυτά που αρνούμαι να κατανοήσω και
να συμβιβαστώ μαζί τους.

Posted in | Leave a comment

μαλακίες λέγαμε




τελευταία μου λέω πολλά ψέματα
προσπαθώντας να γεννήσω απ’το στόμα
μια αλήθεια που θα θάβει τις ασχήμιες
των δελτίων και των επίσημων αναφορών

*

χθες, στο φανάρι της βιομηχανικής, φίλος στην ηλικία μου
    - εκεί τον γνώρισα χθες -
μου’δωσε μαζί με το φυλλάδιο καταστήματος με ηλεκτρικά είδη
την πιο αληθινή «καλησπέρα» εδώ και πολύ καιρό

και πόσο ντράπηκα που πάτησα το γκάζι μετά

*

έχω να σου μιλήσω εικοσι-δύο μέρες
και πριν από λίγες ώρες δήλωσα ότι είμαι καλύτερα από ποτέ/
ένα ψέμα ακόμα
για να κρύψω τη δική μου ασχήμια

αναρωτιόμασταν για την πολυτέλεια του πανικόβλητου έρωτα
στο τέλος ζοφερών ημερών, χυμένων ανάμεσα σε γιατί και μήπως,
μέσα απ’τις χαραμάδες σεντονιών
και κάτω από τους ήχους σειρηνών

είκοσι μέρες και δύο πλέον μακριά,
μην αμφιβάλλεις πια,
πολυτέλεια ο έρωτας στα σκοτάδια;
μαλακίες λέγαμε

Posted in | 1 Comment

τα ταμπελάκια


Λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο για να πεθάνει οργανωμένα, η γιαγιά πραγματοποίησε την τελευταία της δραστηριότητα. Έχοντας πλέον μετεγκατασταθεί μόνιμα στο πατρικό μου, χάριζε τ’απογεύματα της στη λευκή μπαλκονόπορτα, στη σκιά της τέντας. Όταν ο ήλιος την άγγιζε, έκλεινε την κουρτίνα για να μη δει το πρόσωπό της πάνω στο τζάμι. Και θυμηθεί το χωριό. Το ίδιο πρόσωπο που έβλεπε πάνω στην «κολύμπα», όπως αποκαλούσε τη λακούβα γεμάτη με νερό κι εγώ δεν ήξερα τί να διαλέξω· την προστακτική της λέξης που ερχόταν σε αντίθεση με το ημιορεινό περιβάλλον, αλλά γεννούσε μια υπόσχεση, ή το περιγραφικό ουσιαστικό που σε τρεις σύλλαβες έκλεινε νερό και κενό μαζί. Το ίδιο κενό που δύσκολα σου ξέφευγε απ’το βλέμμα της μετά την τελευταία της μετακόμιση στην πόλη.

«Δεν έχω τί να κάνω, θα βάλω καινούρια ταμπελάκια σε όλες τις πετσέτες του μπάνιου για να τις κρεμάτε ευκολότερα».

Ένα ταμπελάκι, «γιαγιά, μην κρύβεσαι απ’το φως», δύο ταμπελάκια, «δε θα ξαναδώ ποτέ το μποστάνι μου», τρία ταμπελάκια, μελαγχολία ακόμα και στο περπάτημα της, τέσσερα ταμπελάκια, δύσκολες αναπνοές, κλάμα και τέλος απόψε, έξι χρόνια μετά το τυπικό τέλος, που και το τελευταίο ταμπελάκι κόπηκε ρίχοντας την πετσέτα στο πάτωμα και θρυμματίζοντας τη σε δεκάδες μικρά μποστάνια.

2 Comments

Σεισμός ήταν



Βρυχάται η γη, βρίζει και αναθεματίζει

ήρθε η ώρα μας;
λες, επιτέλους;

βλέπεις το ρολόι με γουρλωμένα μάτια
σηκώνεσαι, κερδίζεις δυο φιλιά, τα πρώτα της νέας σου γέννησης
-κερδίζουμε ήδη, σου λέω, άσε με να γευτώ το στήθος σου μια τελευταία φορά πριν βγούμε στον κόσμο-
αρπάζεις το κοντάρι, ένα μπουκάλι νερό, το μααλόξ
σβήνεις την ημερομηνία που ένα αόρατο χέρι με κρύο μολύβι
πάνω στην ταυτότητα σου έγραψε
και λίγο πριν φτάσεις στην είσοδο του γλυκόπικρου χάους
η πόρτα του σπιτιού σφραγίζει εκκωφαντικά τον ενθουσιασμό σου,
ρίχνοντας και τους εκκρεμείς λογαριασμούς απ΄το αυτοσχέδιο τραπεζάκι

η ημερομηνία λήξης σου αυτόματα χαράσσεται πάλι
πάνω στο πλαστικό της αστυνομικής ταυτότητας

σεισμός ήταν, όχι ξεσηκωμός
άραξε

Posted in | Leave a comment

Ο φίλος μου ο Τζο



Συνάντησα τον Τζο στη φυτεία σήμερα. Οι ραβδώσεις στο πρόσωπό του ακόμα να φύγουν. Στη διαδρομή τους πάνω στο μαύρο του δέρμα έβλεπες αποξηραμένες λίμνες αίματος και την αγία, δολοφονημένη μάνα του να βουτά σ’αυτές από πολύ ψηλά. Οι πιο καθάριες και ξεκάθαρες γραμμές που’δα μετά απ’αυτές που ίππευσε το τρένο για να με φέρει στην ταλαιπωρημένη μου Τζόρτζια, λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μπέινμπριτζ. Ναι, συνάμα καθάριες και ξεκάθαρες. Ούτε τα άσκαφτα δάχτυλα του αφεντικού, μα ούτε οι αλύγιστες βέργες με τις οποίες τον βασάνιζε, μπορούσαν να βρωμίσουν τις γυαλιστερές γραμμές του φίλου μου του Τζο.

Ο Αύγουστος έχει ξυπνήσει για τα καλά εδώ στο νότο και η δουλειά στα χωράφια μυρίζει έρωτα με ήλιο, μεθυσμένο από ιδρώτα και αίμα.

-Εσύ, επισκέπτης μακρινός και φιλοξενούμενος του χρόνου απ’άλλο χρόνο, πώς απέκτησες τα σκαψίματα στο πρόσωπο;

Με ρωτά.

-Εγώ, καλέ μου Τζο, καταρράστηκα να ναυαγώ χωρίς να χαίρομαι τα χιλιάδες αστέρια από πάνω μου και συνήθισα να κρύβομαι δίχως ν’αποκρίνομαι στις σκιές.

-Και τί κάνεις εδώ, δυο αιώνες πίσω;

-Ναυαγώ ξανά, περαστικός στο χρόνο, φίλε μου.


Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.