Ξένος


Ξένος στο σπίτι μου και μόνος στους πολλούς
Και να νιώθω τον άνεμο να κοπάζει στο «ξένος»
Να σπάω λουριά από φιλικές φυλακές,
γιατί Μετανάστης θέλω να’ναι πλέον η καταγωγή μου
Με πρωτεύουσα το εχθρικό Βλέμμα
και γλώσσα τ'απελπισμένα

Κι εσύ για μένα Μετανάστης είσαι
και απόψε θα πλημμυρίσουμε φανάρια, κάδους, χαρτόνια
Ασπίδα στο μαχαίρι του φασίστα
Μα και αυτό ακόμα να λυγίσουμε,
πλύνε τα χέρια σου και τράβα τ'άλλα,
αυτά που χώθηκαν βαθιά

και δύσκολα απ’τα μυαλά πέφτουν

Posted in | Leave a comment

Μισο-



Το μισόγευστο, το μισοτελειωμένο, το μισόπιωτο,
αυτό που λες λίγο ακόμα,
λίγο ακόμα να το ζήσω όσο θέλω,
να το εξαντλήσω, να το στεγνώσω,
να το κρεμάσω δίπλα στο βασιλικό μου,
να στέκομαι από κάτω του τα ζεστά μεσημέρια
να το στύβω και να ξεδιψώ απ’τις σταγόνες του

Μόνο για λίγο. Λίγο
Τόσο που μόνο λίγο δε θα δείχνει μετά
Και αυτήν την επανάληψη των λέξεων να σκεπάσει
Και τα νοήματα να φωτίσει,
όπως τα δάχτυλα που γράφουν λέξεις στο υγρό παραθύρι του χειμώνα
και οι ανάσες θαυμαστικά βάζουν στο τέλος
Λίγο μόνο,

το μισο- να γίνει ολο-
και το ένα ν’αυγατίσει

Posted in | Leave a comment

Τριάντα-ένα παιδιά


ΠΑΙΔΙΑ πνίγονται στα νερά του Αιγαίου

Το νερό έκλεισε για πάντα τα στόματα τους απαλλάσσοντας τους γονείς απ'τον μπελά των απαντήσεων. Γιατί ερωτήσεις όπως «πού πάμε, μαμά;», «μαμά, θα ξαναδούμε το σπίτι μας;», «μπαμπά, η μαμά γιατί δεν ήρθε μαζί μας;» κλειδώνουν τα μάτια του μετανάστη γονιού στον ουρανό παρακαλώντας για απαντήσεις.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ στα νερά του Αιγαίου

Αλλά φαντάσου και τις καταφάσεις τους λίγο πριν βουλιάξει το καΐκι. «Κρυώνω». «Πεινάω». «Τρέμω». «Πονάω». «Κλαίω». «Μου λείπει». «Να γυρίσουμε». «Κουνάει πολύ». «Φοβάμαι». «Φοβάμαι πολύ». Και ξαφνικά χέρια για λίγο πάνω απ’το νερό, ρούχα στο πουθενά, στόματα αφρισμένα, μάτια βουλιασμένα σε νερό και δάκρυ, κραυγές που κόβονται από τα κύματα, ένα παιδί, δύο παιδιά, τριάντα-ένα παιδιά, και μετά σιωπή και σκοτάδι.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Σκάφη του λιμενικού φτάνουν στα ανοιχτά της Σμύρνης. Οι σωροί συλλέγονται, όσες βρέθηκαν τουλάχιστον, ποιος θα νοιαστεί άλλωστε για ψυχές χαμένες ήδη πριν απ’το ταξίδι τους. Δημοσιογράφοι γράφουν μονόστηλα κάπου χωμένα ανάμεσα σε δεύτερες ειδήσεις. Φωτορεπόρτερ στέλνουν φωτογραφίες που σου παγώνουν το αίμα. Συμπολίτες σου χαίρονται που απαλλάχτηκε ο τόπος από δαύτους. Συμπολίτες σου, οι πρόγονοι των οποίων δεκαετίες πριν, λίγα χιλιόμετρα πιο'κει, κατάφεραν - ή πνίγηκαν επίσης - να ξεφύγουν με βαπόρια για την Ελλάδα. Και μετά έρχονται οι δικές σου καταφάσεις. «Ξερνάω». «Κλαίω». «Θυμώνω». «Απορώ». Και γυρνάς τα μάτια σου για απαντήσεις, πού αλλού, στον ουρανό, στον ίδιο ουρανό που τελευταίο αντίκρυσαν τα τριάντα-ένα πνιγμένα παιδιά.

Posted in | Leave a comment

Στα ξανά


Στα ξανά ήπια πάλι κι έκοψα το τιμόνι απότομα στο στενό σου από κάτω
Σ’αυτά τα ξανά που παγίδες στήσανε σε κάθε σκαλοπάτι του ξημερώματος
Που ανθρώπους των κάδων με βοήθησαν να γνωρίσω
Και να κερδίσω και να χάσω και να κλάψω και απ’το χέρι να σ’αρπάξω
και να σου πω το τώρα πόσο ύπουλο, μα και πόσο ακέραιο είναι
Και να σταθώ πάλι στις σκιές του παραθύρου να σε βλέπω να μη βολεύεσαι
στο μαξιλάρι που εξαιτίας μου πρώτη φορά το κεφάλι σου βύθισες
Που του μπουκαλιού το χρώμα μ’ανάγκασες πάλι να δω αδειάζοντας το,
για να κάνω τον αποχαιρετισμό μας επιτέλους ανώδυνο
Και χαμογελώντας να μπορέσω να σε φιλήσω,
για να μη γευτείς το γαμώτο στην άκρη της γλώσσας μου
Το δίλημμα να λιώσεις με το δυνατό κλείσιμο του καπώ
Τα βλέφαρα σου να κλείσω με τα δυο μου χέρια ενώ δεν κοιμάσαι
και να σε βάλω να μου πεις απλά καλημέρα, εκεί δίπλα στη βαλίτσα
Όταν η ώρα είναι 8 το απόγευμα και το εισιτήριο συμφωνεί με τους δείκτες
Μα μαζί μου τσακώνεται και δίπλα στις ρόδες του αυτοκινήτου
πέφτουμε στα ματάκια σου μπροστά να καυγαδίσουμε
μα πάντα αυτό κερδίζει, το γαμημένο το χαρτί
με τους δυο προορισμούς, τις τέσσερις ώρες,
τα δύο ξανά,
το ένα μείνε

Posted in | Leave a comment

Ενδοχλεύια




Τί εννοείς «είμαι ξένος στην ίδια μου τη χώρα, όταν φοβισμένοι νοικοκυραίοι και πουλημένοι αρχηγίσκοι την κουμαντάρουν και σηκώνουν τείχη κάθε μέρα ανάμεσα σ’αυτούς και σ’ό,τι απειλεί τη βολή τους, τις καταθέσεις και τις θέσεις, την καβάτζα παραμονής μέσα στο σπίτι, πίσω από παράθυρα και λάφυρα, καλωδιωμένοι μπροστά από τηλεοράσεις και εφημερίδες, τις ελέγξιμες πύλες προπαγάνδας που σκατά γεμίζουν τα μυαλά και πνίγουν στην μπόχα το «σήκω να φωνάξεις» και στον αφρό βγάζουν το «μισώ ό,τι ξένο» και το κυνηγώ να το σκοτώσω, γιατί αυτό φταίει για το κακό και τη μιζέρια, αυτό και μόνο αυτό απειλεί τις δομές μου, γι’αυτό και ο νοικοκυραίος καυλώνει με τείχη στα σύνορα και «σκούπες» στις πόλεις για να ξορκίσει το άλλο, το και καλά διαφορετικό, το απρόσκλητο, λες και τον κάλεσε ποτέ κανένας εδώ να φυτεύει μίσος και φόβο, φόβο ότι το μόνο που μας δίνει ελπίδα είναι ένα νόμισμα και γι’αυτό θα κόψει και το πόδι της γιαγιάς αν χρειαστεί, της γιαγιάς που τώρα πια δε θυμάται αλλά κάποτε ανέβαζε τρόφιμα στα βουνά, αυτά που μετανάστες εσωτερικού θα γεμίσουν, εκεί και στα μικρά νησιά, για ν’αφεθούν οι πόλεις να εκραγούν από φόβο και μισαλλοδοξία, σαν τεράστιοι βόθροι που ξεχείλισαν και τίναξαν μυαλά στον αέρα για να περάσει μετά η σφουγγαρίστρα να τις καθαρίσει και ο κηπουρός την παπαρούνα να φυτέψει»;

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.