Χάπινες





Την άμμο, το νερό, το χορτάρι και το γυαλισμένο ξύλο κάτω απ'το κρεβάτι να'κρυβα.
Τα χειροπιαστά που άγγιξαν τα πόδια σου και φεύγοντας άυλα τα βάφτισες.
Τ’αυτόγραφα που χάρισες σε καθετί που τις συναντήσεις μας σημαιοστόλισε.
Τα όχι που άρθρωσες μα εκείνα ναι φωνάζανε.

Όλα μαζί σε ένα κουτί πρώτων βοηθειών θα τα ρίξω.
Να παίρνω ένα ναι και λίγο ιδρωμένο χορτάρι για φάρμακο τα πρωινά που ξυπνώ απ’τ’όνειρο, μα λείπεις για να το συνεχίσω ξύπνιος.

Γιατί είμαι άρρωστος κι έχω το ακαταλόγιστο.
Γιατί έχω μήνες να προσέξω τί μου λες και ίσα που θυμάμαι τη φωνή σου.
Γιατί τα λόγια σου μου’ναι πριβέ συναυλία σε υπόγεια σκηνή και σκηνή θερινού σινεμά το πρόσωπό σου.
Κι εγώ απόψε είμαι πάλι εδώ, ο άρρωστος εκείνος που τη δόση του θέλει μα όχι και τη γιατρειά του.

Posted in | 1 Comment

Οικεία και νεκροταφεία



Σιωπή κι απόψε στα νεκροταφεία και φτάνει στο αυτί ένα αίσθημα κενού όλο και πιο οικείο. Με μια μικρή ηχώ που θέλει κάτι να πει, μα φοβάται τη σκιά της. Σαν κι αυτήν που επιστρέφει μετά από μια βόλτα στα χωράφια κι ένα παιχνίδι με τον σκούρο πάτο του σκονισμένου πηγαδιού. Από τ’απογεύματα που το περπάτημα ανάμεσα σε ζωντανούς στο κέντρο της πόλης σε ταξιδεύει πάνω σε φρέσκα και ανθοστολισμένα μνήματα. Τα πρόσωπα των ζωντανών θαμπά και σκυφτά, αγκυροβολημένα να παρακολουθούν πιστά τις σχισμές των πεζοδρομίων. Τουλάχιστον αυτά των νεκρών έχουν μόνο ένα νοητό μάρμαρο να τα χωρίζει από τον ανοιχτό ουρανό και κοιτάνε πάντα μπροστά. Των ζωντανών πάλι, θαρρείς πως αν καταφέρεις να δεις μάτια σταθερά για λίγα δευτερόλεπτα, θα σημάνει η καμπάνα της επανάστασης. Ναι, έτσι τη θέλω την αλλαγή. Αυτόματη, επίπονη, ν’ακούγονται αλυσίδες να σπάνε, ν’ανοίγουν βαθιά στα δυο τα πεζοδρόμια, ν’ανακαλύπτεις τα πρόσωπα, που πάντα δίπλα σου ήταν βέβαια, αλλά τώρα επιτέλους κατάφερες να μοιραστείς ένα κοινό βλέμμα. Γιατί η σιωπή των νεκροταφείων σκέπασε τις πόλεις και μόνο το χυμένο αίμα και το άγγιγμα του ζεστού θα μας ξεχωρίζει σε λίγο από τους οριζόντιους ταξιδιάρηδες. 

Posted in | Leave a comment

Λίγα τα'χεις;


Φεύγοντας μην κλείσεις την πόρτα και κοπεί το σχοινί που σου’χω δέσει στη μέση. Και μην ξεχνάς να το πατάς πότε πότε, όταν στη δουλειά πηγαίνεις από γραφείο σε γραφείο, για να με τινάζει όπου βρίσκομαι και νόημα στον τρόμο να δίνει. Και τα σημειώματα σου στο τραπέζι της κουζίνας; Ή μέσα στο πορτοφόλι; Ας τ'αφήσουμε καλύτερα. Γιατί τις λέξεις σου βλέπω παντού γραμμένες, σε τοίχους με μπογιά σαν συνθήματα ξεσηκωμού, σε πινακίδες με φως ν'αναβοσβήνουν εμφατικά και σε βιβλία με μεγάλα γράμματα να επισκιάζουν κάθε κείμενο και εικόνα... Χαίρομαι που συμφωνείς και άσε τα υπόλοιπα σε μένα. Τί, ποια υπόλοιπα; Αυτά που ξέρω πως ό,τι και να γίνει δε θα μπορέσω να νικήσω. Τη μυρωδιά σου στο μπλουζάκι μου που φόρεσες το βράδυ στο μπαλκόνι και μοιάζει πλέον με εισιτήριο άνευ επιστροφής για το βυθό, το μουτρωμένο σου πρόσωπο στον καθρέπτη εκείνο το μουντό πρωινό Δευτέρας, τα ξέφρενα λόγια που μου ψιθύρισες μετά το μεθυσμένο βράδυ στα νότια, το δάγκωμα του αυτιού, το θυμωμένο σου «και μένα γαμώτο πολύ».

Λίγα τα’χεις;


Posted in | 1 Comment

Έλα τώρα


Μου λέγανε κάποτε για απόκρημνα βουνά με δέντρα αρχηγούς στο γλέντι και ποτάμια πρώτα στο χορό κι έλεγα, έλα τώρα, ψέματα. Λίγο μετά, κάπου εκεί μεταξύ λασπωμένου ποδηλάτου και μώλωπα στο μάγουλο, μου είπαν για ανθρώπους μηχανές που πετάνε με οδηγό τα φώτα των καραβιών και τη νύχτα ξυπνάνε στα γραφεία τους κι έλεγα, έλα τώρα, παραμύθι. Όταν βγήκα απ’το γραφείο, ήρθαν πάλι και μου είπαν για θάλασσες χωμένες στη στεριά και για αμμουδιές στα πεζοδρόμια των βιαστικών πόλεων και είπα, έλα τώρα, ψέματα. Σήμερα εδώ, μεταξύ φθοράς και φθήνιας, ψυχών λερωμένων και άγριων ανθρώπων, ήρθες να μου πεις ότι απλά υπάρχεις και λέω, έλα τώρα, ψέματα.

Posted in | Leave a comment

Χτύπα το κουδούνι


Να χαζεύαμε φωτογραφίες από άδειες, μεγάλες πλατείες που περπατήσαμε ξημερώματα και λιθόστρωτα δρομάκια πίσω από οικογενειακούς φούρνους που είδαμε ν’ανοίγουν και πρώτοι εμείς τις μυρωδιές ρουφήξαμε. Και μετά να μπερδέψουμε την ερωτική μας διάθεση με την αγωνιστική. Να μην ξέρουμε αν θέλουμε να κάνουμε έρωτα δίπλα στον κρύο, βραδινό βράχο ή να χτυπήσουμε τα κουδούνια και να βγουν όλοι στους δρόμους. Να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, θυμάσαι; «Να δεις που ο κόσμος είναι μέσα στα σπίτια και περιμένει απλά το κουδούνι. Στέκεται δίπλα στο θυροτηλέφωνο περιμένοντας. Δε θα ρωτήσει ποιος και γιατί. Θα πάρει απλά το διπλανό του και θα κατέβει στο δρόμο. Περιμένει το σύνθημα, το σινιάλο απ’το θορυβώδη δρόμο. Το κουδούνι-φάρσα που χτυπούσαμε παιδιά και τρέχαμε μακριά και κρυβόμασταν πίσω από αυτοκίνητα περιμένοντας να κόψουμε αντιδράσεις, λόγια και μορφασμούς, το ίδιο αυτό κουδούνι της παιδικής ηλικίας να γίνει όπλο ξεσηκωμού. Τώρα άλλωστε είναι κι ευκολότερο: τα δάχτυλα είναι μεγαλύτερα και τα πόδια δε χρειάζεται ν’ανασηκωθούν για να φτάσουν». Ναι, να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, ζωή μου, και δε θα σου το χαλάσω διαφωνώντας για το πού στέκεται ο κόσμος. Να σταματήσεις να βλέπεις τους φίλους σου να μαζεύουν από απόγνωση, κάθε μήνα όλο και πιο σκυφτούς με χέρια δυσκίνητα και χείλια ερεθιζόμενα μόνο απ’τα απαραίτητα. Με το’να χέρι στη βαλίτσα και τ’άλλο στο λαιμό που πνίγεται. Χτύπα το κουδούνι, έλα, κι εγώ θα κρυφτώ πίσω απ’τ’αμάξι και θα σε καμαρώνω.


Στους φίλους μου

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.