Χτύπα το κουδούνι


Να χαζεύαμε φωτογραφίες από άδειες, μεγάλες πλατείες που περπατήσαμε ξημερώματα και λιθόστρωτα δρομάκια πίσω από οικογενειακούς φούρνους που είδαμε ν’ανοίγουν και πρώτοι εμείς τις μυρωδιές ρουφήξαμε. Και μετά να μπερδέψουμε την ερωτική μας διάθεση με την αγωνιστική. Να μην ξέρουμε αν θέλουμε να κάνουμε έρωτα δίπλα στον κρύο, βραδινό βράχο ή να χτυπήσουμε τα κουδούνια και να βγουν όλοι στους δρόμους. Να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, θυμάσαι; «Να δεις που ο κόσμος είναι μέσα στα σπίτια και περιμένει απλά το κουδούνι. Στέκεται δίπλα στο θυροτηλέφωνο περιμένοντας. Δε θα ρωτήσει ποιος και γιατί. Θα πάρει απλά το διπλανό του και θα κατέβει στο δρόμο. Περιμένει το σύνθημα, το σινιάλο απ’το θορυβώδη δρόμο. Το κουδούνι-φάρσα που χτυπούσαμε παιδιά και τρέχαμε μακριά και κρυβόμασταν πίσω από αυτοκίνητα περιμένοντας να κόψουμε αντιδράσεις, λόγια και μορφασμούς, το ίδιο αυτό κουδούνι της παιδικής ηλικίας να γίνει όπλο ξεσηκωμού. Τώρα άλλωστε είναι κι ευκολότερο: τα δάχτυλα είναι μεγαλύτερα και τα πόδια δε χρειάζεται ν’ανασηκωθούν για να φτάσουν». Ναι, να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, ζωή μου, και δε θα σου το χαλάσω διαφωνώντας για το πού στέκεται ο κόσμος. Να σταματήσεις να βλέπεις τους φίλους σου να μαζεύουν από απόγνωση, κάθε μήνα όλο και πιο σκυφτούς με χέρια δυσκίνητα και χείλια ερεθιζόμενα μόνο απ’τα απαραίτητα. Με το’να χέρι στη βαλίτσα και τ’άλλο στο λαιμό που πνίγεται. Χτύπα το κουδούνι, έλα, κι εγώ θα κρυφτώ πίσω απ’τ’αμάξι και θα σε καμαρώνω.


Στους φίλους μου

Posted in | Leave a comment

Τα λέμε στον ιμάντα


Μόνο για λίγα λεπτά μπορούσαν. Το ραντεβού κανονίστηκε λίγες ώρες πριν. Πτήση προς Παρίσι, πτήση προς Αθήνα. Το αεροδρόμιο σκοτεινό και λιγομίλητο. Μόνο κάτι φώτα από ηλεκτρονικές πινακίδες φώτιζαν ανά τακτές αποστάσεις τους διαδρόμους. Αποστάσεις άτακτες... Που οι ίδιοι άλλοτε ήθελαν να φωτίσουν, άλλοτε να σβήσουν, άλλοτε να τις αφήσουν μέχρι να τους καταβροχθίσουν τελικώς. Το πήδημα έλαβε χώρα πάνω στον κλειστό ιμάντα των αποσκευών. Κλειστός μόνο και μόνο για να μη γράφονται πάλι μέτρα και αποστάσεις μεταξύ τους. Αμιγώς ψυχολογικό και συμβολικό. Για τα μάτια των λίγων ούτε λόγος. Αυτό που ζούσαν για τόσο καιρό δεν ντρέπονταν να το κοιτάξουν στα μάτια οι ίδιοι, θα τους ένοιαζαν οι ξένοι; Κάποια φιλιά με τρέμουλο στα χείλη, κάποια χάδια με τύψεις στο λαιμό και λίγες γρατζουνιές για να’χει ν’ασχολείται αργότερα ο καθένας μόνος του.

Είχαν και οι δύο σκεφτεί το ενδεχόμενο της δολοφονίας σε κάποια τουαλέτα αεροδρομίου. Ή και της αυτοκτονίας. Μέχρι που έπεφτε ο ένας στα χέρια του άλλου. Ποιος ο λόγος να χυθεί αίμα, όταν τα υγρά που μοιράζονταν ήταν ούτως ή άλλως δηλητήριο βραδείας δράσης; Γιατί να χρειάζεται να σκοτώσει ο ένας τον άλλο, όταν ο ρομαντισμός των λίγων ωρών γινόταν κυνικότητα τις πολλές; Και τί πιο φονικό απ’τον τελευταίο, βουρκωμένο χαιρετισμό με τις βαλίτσες στα πόδια δίπλα σε δύο ουρές που κοιτάνε αλλού στο χάρτη με τα χέρια να σφίγγουν λίγο πριν τον πνιγμό, το σκισμένο πουκάμισο να σημαδεύει μόνο μια στιγμή και τις ανάσες να πυρπολούν τα πάντα μέσα σου;

Posted in | Leave a comment

Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου


Να δαγκώσω τα χείλια σου, να τα ξεράνω, να κλέψω ό,τι σάλιο άπλωσες πάνω τους και να πετάξω μέσα του τη σχεδία που θα σε φέρει πίσω στην αμμουδιά. Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου πάνω μου και όσο λείπεις νιώθω ντεμοντέ. Να βγάλω τα πετραδάκια από τα μαλλιά σου και να τα κρύψω σε σκιερές γωνιές δίπλα σε τσαλακωμένα τσιγαροκούτια, για να σου κάνω βουντού. Ν’ανταγωνίζονται τα μαγικά μου τα δικά σου και να ηττώνται πανηγυρικά. Να χαράξεις με τα νύχια σου στην πλάτη μου το δρόμο που τυφλός και άλαλος θα βαδίσω μέχρι να σε συναντήσω πάλι. Να’ρθεί ο χειμώνας και τα δάχτυλα μου βγαίνοντας από τα μαλλιά σου να ελευθερώνουν τα πετραδάκια του περασμένου Μάη. Να μυρίζει ακροθαλασσιά η χοντρή σου κουβέρτα και αλατισμένο βράχο οι σχισμές της παλάμης σου. Να’χω τη γεύση του ηλιοκαμμένου σου ώμου μυστική συνταγή στο ντουλάπι της κουζίνας. Να μου κάνεις τους χειμώνες καλοκαίρια και το χρόνο μου δίχτυ στιγμών.




Posted in | Leave a comment

Ένα θαυμαστικό


Δάγκωμα του αριστερού αυτιού, δάχτυλα μέσα στα μαλλιά και η πλάτη σου στο στήθος μου. Πιέζεις τα δυο μου γόνατα και τινάζεσαι ψηλά γεμίζοντας με άμμο. Γελάς δυνατά και με προκαλείς να σε κυνηγήσω. Τρέχεις και πετάς με τα πόδια σου άμμο και παρακολουθώ εκατοντάδες κόκκους να κατευθύνονται πάνω μου. Ανοίγω τα χέρια και χώνομαι μέσα τους, ταξιδεύω στο χωροχρόνο σου και νιώθω τη γεύση σου να ποτίζει τα χείλια μου. Νιώθω ρε. Νιώθω ό,τι θα μπορούσα να νιώσω με τις αισθήσεις μου μέχρι να νιώσω ότι είναι λίγες για να σε νιώσω όσο θα’πρεπε. Γιατί δίπλα σου όλα είναι στο πρέπει. Πρέπει να σε αγγίζω και να σε ζω, έπαψε προ καιρού να’ναι ζήτημα επιλογής. Αρθρώνω μεγαλύτερες προτάσεις για να μπορέσω σ’ένα μόνο ανοιγόκλειμα της προσοχής σου να συμπεριλάβω όσα θέλω να σου πω. Καταργώ τις τελείες και μιλάω με απέραντες αλληλουχίες κομμάτων. Και στο τέλος, πάλι και μόνο εσύ. Ένα τεράστιο, τρομακτικό, επιβλητικό θαυμαστικό.

!

Posted in | Leave a comment

Μαηρίτσα



Εμφανίστηκε ένα σούρουπο του Μάη ανάμεσα στις καρφιτσωμένες με πέτρες στο χώμα πετσέτες και κρατώντας μία λεπτή κούτα. Οι δύο παρέες που είχαν μείνει στην απόμερη παραλία επικεντρώθηκαν περισσότερο στα δύο καλώδια που τον ακολουθούσαν παρά στον ίδιο και την κούτα. Αυτός ήταν εικοσικάτι, αδύνατος, σγουρομάλλης, με τσιγάρο στο στόμα και μαύρες παντόφλες, αυτές με τη διχάλα που κάθε φορά πρέπει ν’αποφασίσεις πού θα πάνε τα τρία και πού τα δύο δάχτυλα. Βγάζει από την κούτα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και το στήνει γρήγορα στην άμμο. Το στολίζει με μια γιρλάντα που θυμίζει λεπτό έντερο κι αυτό γιατί είναι όντως λεπτό έντερο. Με τα λαμπάκια να έχουν περαστεί στο εσωτερικό του. Αυτό ήταν το ένα καλώδιο. Με το άλλο έδωσε ρεύμα στην αυτοσχέδια γιρλάντα φωτίζοντας την. Κόκκινο, μπλε, ή πράσινο εντερί χρώμα έπεφτε στην άκρη του κύματος λίγα λεπτά πριν ο ματωμένος ήλιος χαθεί. Οι νεαροί, αποσβολωμένοι στις πετσέτες, από οριζόντιοι γίνανε ημικαθιστοί και μετά όρθιοι. Ο διακοσμητής απόμερων παραλιών απομακρύνθηκε κι έμειναν ν’αναβοσβήνουν μόνα τους τα λαμπάκια μέσα στο εντεράκι πάνω στο δεντράκι δίπλα στο κυματάκι που’βρεχε το πετραδάκι. Αφού ψάχτηκαν προσεχτικά όλοι μεταξύ τους και σιγουρεύτηκαν ότι έχουν όλοι έντερο κάτσανε πάλι στις πετσέτες τους κι ανοίξανε τα δώρα τους. Τελικά, το καλώδιο βραχυκύκλωσε, τα λαμπάκια σκάσανε, το έντερο σκορπίστηκε στα μούτρα τους και ο ήλιος ξαναβγήκε να δει τί έγινε.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.