Archive for 1/2/12 - 1/3/12

Λογισμός του ορθού



Παντού γύρω του πολύχρωμα σχήματα. Ρόμβοι τρισδιάστατοι που εμβολίζουν κόκκινες πουά σφαίρες, ριγέ μπλε κύβοι που ισορροπούν πάνω στη μύτη κίτρινων, γυαλιστερών πυραμίδων, πράσινα μισοφέγγαρα βουτηγμένα σ’εκατοντάδες εκτυφλωτικά λευκά αστέρια. Και ανάμεσα στα σχήματα εκρήξεις, δεκάδες σιωπηρές εκρήξεις που με το αυθόρμητο σκύψιμο του κεφαλιού ίσα που απέφευγε. Νότες και συγχορδίες πέφτανε σα σκόνη στους ώμους του κι αυτός τις σκούπιζε σαν κόκκους πιτυρίδας στο πάτωμα. Και όσο τις έδιωχνε, τόσο κι άλλα γνώριμα, επαναστατικά ρεφρέν καθόντουσαν στα χέρια του. Αγχώθηκε, οι αναπνοές του αυξήθηκαν, ρουφούσε σχήματα-φυσούσε νότες, και αυτό να επαναλαμβάνεται μέχρι να κατακλυστεί από μια ευφορία που τον ένωνε με το περιβάλλον. Ξαφνικά νοιαζόταν για τον διπλανό του. Άφηνε κουβέρτες στις βρεγμένες γωνιές της πόλης με μεγάλα σπίρτα και αναπτήρες χωμένα μέσα τους. Κάλεσε σε χορό στη μέση του δρόμου τη νεαρή Αφγανή που καιρό τώρα δίσταζε να πλησιάσει. Πήγε και σε πορείες. Ναι. Και τις σταματούσε κάθε φορά ζητώντας να πιαστούν όλοι χέρι με χέρι, αφού κοιταχτούν καλά μεταξύ τους. Πόσο αφελής και ρομαντικός. Μέχρι και μείωση στο μισθό του δέχτηκε το θύμα για να μείνει το 20χρονο στη δουλειά. Χθες μοίρασε όλο το λάδι της φετινής σοδειάς σε ανθρώπους που το’βλεπαν σαν χρυσάφι στις κουζίνες τους.


Κύριος με πουκάμισο τον σταματά στο δρόμο. Χωρίς γραβάτα. Ήταν τάχα μου ένας σαν κι αυτόν, ανθρώπινος και καθημερινός. Του δίνει ένα γαλανόλευκο χάπι. Στο γαλάζιο μισό έγραφε «ορθο-», στο  λευκό «-λογισμός». Ο σοβαρός κύριος τον ρώτησε αν αναγνωρίζει τη σοβαρότητα της κατάστασής του και την κρισιμότητα ν’αποδεχτεί το χάπι. Αν το κατανοεί. Ναι, του απάντησε εκείνος, το κατανοεί:

 «-λογισμός γιατί οι μέρες σας είναι μετρημένες και ορθο- γιατί θα το χώσεις στον κώλο σου».

Posted in , | Leave a comment

Στην εξώπορτα



Των κερασιών οι μέρες δεν ήρθαν ακόμα για να στολίσεις τα μαλλιά σου.

Και οι εξώπορτες των σπιτιών νιώθουν το χέρι της νοικοκυράς 
στη ράχη να τις βουρτσίζει τα πρωινά.

Η βροχή γεμίζει για λίγο το άδειο και στα πρόσωπα σύννεφα καρφιτσωμένα βλέπεις.

Ανάσας μπαλώματα κολλάς στο τζάμι και η σιωπή σου γίνεται ένα με τις σταγόνες που λιώνουν στον κατήφορο.

Δικαίωμα στον έρωτα δε ζήτησες ποτέ, μα ούτε θα σου χαριστεί και από κάπου.

«Οι νύχτες τινάζουν τις μέρες μας στο κρύο μπαλκόνι. 
Ψάχνω τώρα δυο φεγγάρια και δυο λευκά σεντόνια να σε κλείσω μέσα τους».

Απαίτησες το μαζί φυλάσσοντας άνυδρους καρπούς στα ξερά σου κλαδιά.

Κραυγές ακατάληπτες βγάζεις με κάθε σου χάδι, σε μια εποχή που ούτε οι κοιμισμένες κερασιές δε συγχωρούν το σπατάλημά του.

Κρίμα να πλένεις τα ιδρωμένα σου σεντόνια με τη δειλία 
που περισσεύει απ’το κοινωνικό σου εγώ και σκοτώνει το εμείς.

Γι’αυτό φρόντισε το τελευταίο κλείσιμο της εξώπορτας 
να σας βρει και τους δυο στην ίδια πλευρά του τζαμιού.

Είτε του κρύου είτε του αχνισμένου.

Posted in | Leave a comment

Πεζή διάβαση



Στάθηκες τρία μέτρα πίσω από τον άντρα σου καθώς αυτός περπατούσε προς την είσοδο του κλαμπ. Ξημερώματα Κυριακής γύρω στις τέσσερις αφήνω το πόδι από το γκάζι. Λίγα λεπτά πριν, παρκάρατε το πολλών κυβικών αγροτικό σας όχημα πάνω στην υπερυψωμένη διάβαση των πεζών. Πρόλαβα να σας σιχαθώ παρά το προχωρημένο της ώρας. Τράκαρα. Πάνω στο πρόσωπο και τα δακρυσμένα σου μάτια. Περνώ τη διάβαση, με τις ρόδες σε αργή κίνηση. Άδικα βάφτηκες, το ξέρεις πλέον. Μου θύμισες και τον Άλις Κούπερ, που άκουγε ο αδερφός μου μικρός.

Μη μου πεις, ξέρω. Τσακώθηκες με τον αγροίκο σου. Δεν τον αγαπάς πια. Αν τον αγάπησες ποτέ γι’αυτό που είναι. Αλλά έχετε κι ένα παιδί και η κοινωνία τί θα πει και δεν έχεις δική σου δουλειά και ποιος θα σε θέλει τώρα εσένα στα σαράντα φεύγα και η κρίση μας θέλει ενωμένους και δε βαριέσαι. Εγώ καθόλου, εσύ όμως; Πώς θα μπορούσες άλλωστε να τον αγαπήσεις; Εσύ, μια κυρία με δέρμα, που ξέχασε ν’ακολουθήσει τα υπόλοιπα σου κύτταρα στο μονοπάτι του χρόνου, και λευκό σαν πούπουλο καλοθρεμμένης κότας.

Είχα μαζί μου μια μυτερή ομπρέλα. Την είδες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθώς περνούσα δίπλα σου. Αν στην έδινα, ξέρω τί θα την έκανες, αλλά ευτυχώς δεν είναι τρία μέτρα μήκος για να τον φτάσει. Άσε που μια κυρία με μαυροκόκκινο, ξεπλυμένο πρόσωπο δίπλα σε μια ματωμένη διάβαση δεν είναι καθόλου σικ. Όχι λόγω διάβασης, αλλά εξαιτίας των λασπωμένων τροχών του εξωγήινου τέσσερα επί τέσσερα σας ακριβώς πάνω στις γραμμές της. Και από την άλλη αν τον σκότωνες, τί; Θα σε αγαπούσα ή θα σε μισούσα περισσότερο; Όταν άφησα τη διάβαση, δεν είχα καταλήξει πάντως. Ίσως βοηθούσε ο φόνος.

Σ’αφήνω να προλάβω το πράσινο. Ε να μην γκαζώσω ύστερα από τόση αργοπορία για πάρτη σου; Στον κάδο πίσω απ’το αγροτικό άφησα την ομπρέλα. Επειδή έρχεται καταιγίδα στο λέω, όχι για να με κάνεις συνεργό στο έγκλημα. Χαλάρωσε, μεγαλοαστή της επιδότησης και γλυκό πλάσμα του ξημερώματος, μην κάνεις home cinema το home δράμα σου. Τελικά κατέληξα. Σ’αγάπησα.

Φιλάκια

Posted in , | Leave a comment

Mάνα γενιά, σου γράφω πάλι


Μάνα γενιά, της σιωπής των 67-73 ντεσιμπέλ υπό του μηδενός.

Μάνα γενιά που έχτισες τα παιδιά σου σε καλούπια φθοράς και συναλλαγής.

Εσύ που είδες τανκς να σε πατάνε και Φοίνικες να σκίζουν σημαίες απ’τον ιστό.

Που μπαινοέβγαινες σε κομματικά γραφεία ζητώντας χρήμα και πουλώντας δημοκρατία. Που στιγμάτισες την αξιοπρέπεια και τη συλλογικότητα, για την οποία μέλη της γενιάς σου έχυσαν αίμα σε υγρά κελιά. Μάνα γενιά, που προέβαλες το καλό της μικρής σου οικογένειας πάνω απ’αυτό της μεγαλύτερης οικογένειας, της Κοινωνίας.

Βλέπεις τους πυλώνες της σήψης σου να σπρώχνονται από τα παιδιά σου και τρομοκρατείσαι.

Αμύνεσαι με λόγια πανικού και αγκαλιές από φτερούγες φτιαγμένες με τα τελευταία μολυσμένα χαρτονομίσματα.

Μας κοίμισες για χρόνια προσφέροντας ύλη αντί ουσίας.

Σιωπήσαμε κι εμείς. Βολευτήκαμε. Βγάλαμε όσες κραυγές βγάλατε κι εσείς επί χούντας.

Μάνα γενιά, σου γράφω πάλι ασθμαίνοντας.

Σου ζητάμε να κάνεις στην άκρη, γιατί το οικοδόμημα σου γκρεμίζεται από αυτούς για τους οποίους το’στησες.

Απαξιούμε για τις συνέπειες με την ίδια ευκολία που εσύ απαξίωσες ιδέες και αγαθά όπως την υγεία, την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, την παιδεία.

Μάνα γενιά, κάνε πέρα και περίμενε να μαζέψουμε μαζί τα συντρίμμια.

Posted in | Leave a comment

Δεν έχω λουλούδια να σου δώσω


Δεν έχω λουλούδια να σου δώσω.

Ούτε υλικά να σου χαρίσω.

Οι ώρες μέσα στο σκοτεινό, ξηρό πηγάδι είναι πολλές και η διάθεση μου να γίνουμε ένα μεγάλη.

Κουράστηκα. Θύμωσα. Έφτυσα, σήκωσα παλάμες, απογοητεύτηκα. Έπεσα στο χώμα. Κοίταξα το φως που περνούσε μέσα από τις χαραμάδες και πότιζε το πηγάδι. Φοβήθηκα ρε.

Λουλούδια δεν έχω να σου δώσω.

Δέκα, είκοσι χρόνια από τώρα. Το παιδί σου θα σε ρωτήσει. «Εσύ μπαμπά, τί έκανες;». Τότε οι χαραμάδες θα’χουν σφραγιστεί, η λάσπη θα πέφτει στο μέτωπο σου και θα της είσαι ευγνώμων που δε σου επιτρέπει να το κοιτάξεις στα μάτια.

Μεγάλη η αμαρτία σου, πατέρα. Και η εξομολόγηση στις επόμενες γενιές δίχως συγχώρεση.

Σήκω και πάψε· να φοβάσαι.

Όχι, δεν έχω λουλούδια να σου δώσω.

Θα τα κόψουμε μαζί από τους αγρούς.

Posted in | Leave a comment

Λάκκοι people

"Αφιέρωμα των τριών: ένα λακκάκι"




Κατέβασε τα πόδια του από την οροφή της στενόχωρης καμπίνας κι έμεινε ακίνητος στο κενό. Μικρός επισκεπτόταν συχνά με τη μάνα του τα κωνοφόρα δάση κοντά στη Βαϊκάλη. Αυτή μάζευε πετρώματα για τα πειράματα της κι αυτός χάζευε τη μεγάλη λίμνη μέσα από τα βρεγμένα κλαδιά με τους κώνους. Πόσα πρωινά Κυριακής πέρασε ξαπλωμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ακουμπώντας το κεφάλι στην πόρτα, με τα πόδια στην οροφή και ρίχνοντας τη ματιά του κάπου εκεί ανάμεσα στα φουσκωμένα σύννεφα. “Πόσο νερό να’χει εδώ μέσα”, “πόσο βαθύς να’ναι αυτός ο λάκκος” και το τσαλακωμένο τετράδιο γέμιζε αριθμούς ορνιθοσκαλίσματα. Τώρα κοιτούσε το λάκκο από τη μια του άκρη μέχρι την άλλη μέσα από τα μικρά ανοίγματα του διαστημικού σταθμού. Χώρεσε όλη τη λίμνη στον αντίχειρα του και την έφερε μπροστά στα μάτια του. Η λίμνη στην άκρη του δαχτύλου έγινε λακκάκι, το λακκάκι γυαλί και το πρόσωπο της μάνας αντικατοπτρίστηκε ξανά ύστερα από χρόνια απουσίας.

*~*~*

Πέθανε μπροστά στα μάτια της. Έχασε τις αισθήσεις του και σωριάστηκε στο μωσαϊκό της κουζίνας. Χήρος εδώ και εικοσιένα χρόνια ο παππούς της, δώδεκα μόλις ετών αυτή. Τον συναντούσε κάθε Παρασκευή μετά το σχολείο σπίτι του για να φάνε μαζί. Πέφτοντας πετάχτηκε η κουτάλα προς το μέρος της. Ακόμα θυμάται και ανατριχιάζει με τον ήχο της ξύλινης κουτάλας και του γέρικου κεφαλιού που συγκρούονται ταυτόχρονα με το δάπεδο. Όπως και τη φάβα που λέρωσε το μάγουλο της και αμέλησε να καθαρίσει για ώρες μετά το θάνατο του. Σήκωσε το κουτάλι του μικρού από το πάτωμα, που μνήμες σκληρές μέσα της ξύπνησε. “Μόνο Παρασκευές φάβα και πάντα με λακκάκι στη μέση”, του είπε προσπαθώντας να δικαιολογήσει μια εμμονή κι ένα πείσμα που μ’ευλάβεια χρόνια τηρεί γι’αυτόν.

*~*~*

Χάνω τη γλώσσα μου στο λακκάκι του λαιμού σου και όσο αδυνατώ ν’αρθρώσω συλλαβή, τόσο νιώθω ότι μπορώ να σου απαγγείλω Ελύτη και Σαίξπηρ μαζί. Ακολουθώ το δρόμο της αριστερής σου κλείδας, μέχρι να βρω στεριά γνώριμη σε γεύσεις και μυρωδιές. Με σεμνότητα και δέος κρυφό ξαναβγαίνω στ’ανοιχτά κι επιστρέφω στην αφετηρία μου. Γελάς και μου κρύβεις το πρόσωπο με τα δυο σου χέρια, όταν σου λέω πως έχεις βρει το κουμπί μου. Και ότι αυτό είναι πάνω σου, φάρος λαμπερός στην κορυφή του στέρνου και αρχηγός των σαγηνευτικών σου σκιών. Πόσα μπορείς να κρύψεις σε μια τόσο μικρή γωνιά, που άλλοτε ήλιο, άλλοτε νερό κι άλλοτε έναν ολόκληρο άνθρωπο μπορεί να μαζέψει.



Posted in | Leave a comment

Death by chocolate. Stop


Άνγκελα τη λέγανε και το μαλλί ξανθό το’χει,
σαν έθνος όμως θα σκάσουμε, στα ύψη πια οι τόκοι.

Ραγιάδες μας κατήντησε στο ίδιο μας το σπίτι,
καλοριφέρ πια δεν έχουμε, μου πάγωσε κι η μύτη.

Τ’αυτί τραβάει του Λουκά όλο για νέα μέτρα,
μόνη λύση που μας έμεινε η πιο μεγάλη πέτρα.

Καημό το’χω να τη δω βαθιά σ’ένα καζάνι,
για την αριστερά ν’ακούει από τον Λαφαζάνη.

Άνγκελα θα σε πατήσω ωσάν την πράσινη τη μύγα,
να σου θυμίσω τον κομμουνισμό ωσάν την Παπαρήγα.

Πώς να σε κάψω σκέφτομαι, μα είσαι λαγνομάτα,
θα σε βουτήξω στην καυτή, τη μαύρη σοκολάτα.

~*~*~*~*~

Το παρόν ποίημα εντάσσεται στη Τριλογία περί Σοκολάτας μαζί με τις αναρτήσεις των Σελιτσάνου και Θεώρημα.

Posted in | 4 Comments

Χριστούγεννα ξανά


Μηνύστε τους.
Κατεβάστε τους από τις δυσθεώρητες καρέκλες τους.
Άνθρωποι νούμερα που μάχονται για νούμερα απάνθρωπα.
Που ο ιδρώτας τους, νερό άοσμο, ποτίζει το χώμα που πατούν.

Ξορκίστε Συνηγόρους και διαβόλους,
καταγγείλτε τους στην Ηθική και την Αξιοπρέπεια.
Να μην ακουμπίσει ποτέ ξανά κουβέρτα το βρώμικο τσιμέντο
και τα χαρτόνια σε μικρά παιδιά να χαριστούν.

Σπάστε τις αλυσίδες σ’εκκλησιές και δημαρχεία.
Γεμίστε με χτύπο ζωής τα κρύα τους πατώματα.
Σώματα σκεβρωμένα να ξεδιπλωθούν κάτω από τα μανουάλια,
χείλη λευκά να κοκκινίσουν δίπλα σε πρωτόκολλα και γραφεία.

Γεμίστε την Αθήνα με χιλιάδες φάτνες,
χιλιάδες νέοι Χριστοί να γεννηθούν από τις στάχτες τους.
Φέρτε ξανά τα Χριστούγεννα μέσα στον κρύο Φλεβάρη
και γεμίστε τις καμπάνες με κρασί γιορτής.

Posted in | Leave a comment

Άκου εργοστάσια να πέφτουν



Χάρισε μου την ελευθερία
αγρότης να γίνω στο κακοτράχαλο μποστάνι σου.
Ροζιασμένα δαχτύλια να πετώ από τις λέξεις σου
και αγκάθια χωρίς γάλα να καρφώνουν στα μαλλιά μου.

Μόνο τράβα τα χέρια σου απ’το φτυάρι
που σκάβοντας θα φτάσω εγώ στο εγώ σου.
Γέλα δυνατά, γέλα συνεχώς, μη σταματάς,
ζωή μου.

Ξέχνα της πόλης τα οφείλω και τα δεν,
βγάλε τη μούρη σου από το νέφος του αστού.
Άγγιξε το σύννεφο με το χωμάτινο σου πέλμα
και άκου τα εργοστάσια από μακριά να καταρρέουν.

Ιδρώτας ποτάμι να χύνεται στις μασχάλες σου,
στους δυο σου αυτούς λάκκους που σπόρους θα μπολιάσω.
Εκδίκηση για τον κλωβό που μέσα μας ερίξανε
απόψε, εδώ, θα πάρω.

Στο χώμα που οι μηροί σου σε λίγο θα βουλιάξουν,
στα φύλλα που οι φωνές σου τριγύρω θα σκορπίσουν,
με κλαδιά και δέντρα τη ράχη σου θα κρύψω,
με νερό και λάσπη τον Κήπο μας να χτίσω.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.