Archive for 1/4/12 - 1/5/12

Φίλε, πνίγομαι



Φίλε, πνίγομαι.

Βλέπω καταθλιπτικές προτάσεις να γεμίζουν το κεφάλι μου και λέξεις άλλες να μη χωράνε σ’αυτό πλέον. Ένα «αδιέξοδο» να ξεχειλίζει απ’το δεξί μου αυτί, ένα «μίσος» να κρέμεται απ’το ρουθούνι, μία «αυτοκτονία» να’χει συρράψει τα δυο μου χείλη. Κάθομαι παγωμένος απέναντι στη φωτογραφία με τους φράχτες και τους μετανάστες από πίσω σαν περιφερόμενα ζόμπι. Βρίζω μπροστά στη φωτογραφία της νεαρής πόρνης, θύματος trafficking, εκμετάλλευσης και ρατσισμού. Μουδιάζω στο άκουσμα των υποκριτικών δηλώσεων για προστασία του κοινού καλού. Στέκομαι απελπισμένος μπροστά στις φωτογραφίες συνομήλικων μου που κυματίζουν ελληνικές σημαίες σε ομιλίες αποτυχημένων πολιτικών αρχηγών. Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι, καθώς ακούω φίλη να μου περιγράφει την αυτοκτονία 50χρονου γνωστού της όχι λόγω οικονομικών προβλημάτων, αλλά μη αντέχοντας το κοινωνικό σήμερα.  Σταματάω στην άκρη του δρόμου για να δω από απόσταση μια κοινωνία να χτίζει τούνελ εξόδου από την απόγνωση πάνω στο μίσος και τον αποκλεισμό. Αλλά αυτή η απόσταση είναι μόνο στο μυαλό μου και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Γιατί αμέσως μετά με ρωτά ο διπλανός μου τί θα ψηφίσω. Και θέλω να του πω, πως δε θέλω να ψηφίσω, θέλω να φτάσω στο βαθύ πυρήνα αυτού που λέγεται ελληνική κοινωνία και να την ανατινάξω. Και τότε νιώθω τους σφυγμούς μου ν’ανεβαίνουν και τα χέρια μου να πιάνουν το κεφάλι μου απελπισμένα.

Φίλε, πνίγομαι, γιατί δεν ξέρω πώς να το τελειώσω όλο αυτό.

Posted in | Leave a comment

Μισή φιγούρα


Γράφω συνεχώς σημειώματα. Όπου βρεθώ, συνέχεια, σε πεταμένα χαρτιά, σε οπισθόφυλλα βιβλίων, σε διαφημιστικές χαρτοπετσέτες, στο κινητό, στην άμμο, στο μέιλ σου. Έχω γίνει κουραστικός για τα δάχτυλα μου και ίσως για τη σκέψη σου, το ξέρω.

Προσαρμόζω τις μουσικές μου λίστες σε ήχους που θα σε συνόδευαν στο περπάτημα σου, στο διάβασμα σου, στο χαλάρωμα σου στον παλιό, μπεζ καναπέ που βγάλαμε στη βεράντα το μεσημέρι που κάναμε πρώτη φορά έρωτα. Μαζί. Γιατί υπήρξαν και φορές πριν απ’αυτή που έκανα μόνος μου, ξέρεις. Μη γελάς. Όποτε με άγγιζες άθελα σου, ή σ’έβλεπα να πλησιάζεις στο αυτοκίνητο υπό βροχή, ή αμελούσες γλυκά τη μουστάρδα στο κάτω σου χείλος, τότε πάλι ανέβαζα σφυγμούς σα να κάναμε έρωτα.

Θυμάσαι το χορό μας ανάμεσα στ’απλωμένα ρούχα; Τη φιγούρα με το σταύρωμα των ποδιών που μου’μαθες εκεί ανάμεσα στα λευκά και βρεγμένα που μας χτυπούσαν στο πρόσωπο όποτε παραπατούσαμε; Την επαναλαμβάνω τα βράδια που δε με βλέπει κανείς περπατώντας προς την είσοδο του σπιτιού. Μόνο που στη στροφή δεν έχω το χέρι σου για να πιάσω και η μουσική σταματά απότομα. Και πρέπει να εξηγούμαι στα σκυλιά που με κοιτούν με απορία. Έχω αφήσει στον αστερισμό που τώρα βλέπεις καλύτερα από μένα ένα τεράστιο κουμπί play και περιμένω να το πατήσεις. Γιατί η φιγούρα μισή μου φαίνεται, όπως κι εγώ.

Μου λείπεις. Πάλι.


Posted in | Leave a comment

Μου'πες


Μου’πες, ότι θες να μου βάλεις στο μέτωπο ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι που θ’ανάβει μαγικά όποτε με σκέφτεσαι και είσαι μακριά μου. Σου είπα, ότι το’χω εφεύρει και σου κρέμασα στα μαλλιά ένα φωτοστέφανο που ποτέ δε σβήνει, γιατί ποτέ δε λείπεις απ’το νου μου.


Μου’πες, ότι φοβάσαι τα βράδια, όταν σκέφτεσαι το αύριο. Σου είπα, ότι φοβάμαι, μόνο όταν ξέρω ότι την επομένη δε θα φιλήσω τα βουτηγμένα στο αλάτι δάχτυλα σου. Γιατί σ’αυτά στηρίζω το σώμα μου να μην πνιγώ στην πλημμύρα του μεσογειακού σήμερα.


Μου’πες, ότι νιώθεις πως βουτάς στο κενό, όταν κλείνεις τα μάτια σου λίγο αφότου σχολάσεις. Ότι χτυπάς χέρια και πόδια ψάχνοντας μάταια σκαλί να πατήσεις. Πως νιώθεις ξανά τον πανικό του βρέφους που χάνει ξαφνικά τη ρώγα της μάνας. Σου είπα, ότι σα στρώμα πλατύ και ζεστό θα ξαπλώσω από κάτω. Ότι χτυπάς τα χέρια σου με χάρη τέτοια που δεν αφήνεις γωνία να φανεί πάνω τους. Και το σκαλί που θα νιώσεις να σε προσγειώνει θα’ναι ο ώμος μου. Σου είπα, ότι τα κενά είναι για να τα γεμίζουμε και πως στα γεμάτα τα χέρια στριμώχνονται. Και πως όταν τελικά πέσεις, θα δεις βότσαλα πολύχρωμα ο ήλιος να τονίζει στο βυθό της θάλασσας.

-       -Ναι, αλλά...
-       -Τί αλλά; Πες μου...
-       -Ξέρεις.
-       -Ξέρω. Βουτάμε;

Posted in | Leave a comment

Είναι νεκροί, βιαστείτε (;)


Το τηλεφώνημα στην αστυνομία ήταν σύντομο και αντιφατικό: «είναι νεκροί, βιαστείτε». Το βαν του τηλεοπτικού συνεργείου, το ασθενοφόρο και το περιπολικό στάθμευσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας εμποδίζοντας τη διέλευση αυτοκινήτων και δικύκλων. Δεν πέρασαν όμως ούτε είκοσι λεπτά, όταν οι αστυνομικοί και οι τραυματιοφορείς άρχισαν να βγαίνουν από την είσοδο του κτιρίου. Οι ταινίες απαγόρευσης εισόδου μαζεύτηκαν γρήγορα και οι σειρήνες των οχημάτων έσβησαν. Ο εικονολήπτης έκλεισε την κάμερα και μαζί με τη δημοσιογράφο επιβιβάστηκαν σιωπηλά στο βαν του καναλιού. Με σκυμμένο το κεφάλι οι τέσσερις αστυνομικοί μπήκαν στο όχημα τους και χάθηκαν στην κοντινή διασταύρωση. Την απρόσμενη σιωπή διατάραξαν μόνο οι παντόφλες των γειτόνων και τα λάστιχα των οχημάτων δημόσιας ασφάλειας... Ο χώρος του εγκλήματος έμεινε όπως πριν το τηλεφώνημα και οι δεκάδες περίεργοι γείτονες επέστρεψαν στα σπίτια τους σφραγίζοντας καλά πόρτες και παραθυρόφυλλα.

Ο χώρος του εγκλήματος έμεινε όπως πριν

Όσοι μπήκαν στο διαμέρισμα το βράδυ εκείνου του Απρίλη αντίκρυσαν ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο στο πάτωμα του στενάχωρου σαλονιού, πάνω σ’ένα λευκό χαλί. Νεκροί, παγωμένοι, ενωμένοι σε ένα. Δύσκολα διέκρινες την ασυνέχεια του ενός κορμιού πάνω στο άλλο. Τέρας θα το χαρακτήριζε ένας συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, άγγελο με τέσσερα χέρια ένας ρομαντικός ποιητής. Στις δύο κορυφές του χαλιού, ακριβώς πάνω από τα δύο πτώματα ήταν τοποθετημένα τα κεφάλια των δύο νέων. Δίχως σταγόνα αίματος πουθενά, αποστραγγισμένα, κεφάλια και κορμιά. Στον τοίχο πίσω τους δύο λέξεις γραμμένες με αίμα νέων: «ακούστε μας».

ακούστε μας

Δημοσιογράφοι, αστυνομικοί, γιατροί και συγγενείς του νεκρού ζευγαριού κοιτάζονταν μεταξύ τους προσπαθώντας να καταλάβουν τί είχε συμβεί. Ποιος μπόρεσε να διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα και γιατί; Τον πανικό τους διέκοψε ένα ηχογραφημένο μήνυμα που ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει ακριβώς στις 2 π.μ…

Κάθεται στους καναπέδες μαζί σας

«Δε θέλουμε να κλάψετε για μας, να θρηνήσετε ή να καταρραστείτε. Μα ούτε να σας κουράσουμε ψάχνοντας το δολοφόνο μας. Μην τον αναζητήσετε μακριά από τα σαλόνια και τις δουλειές σας. Κάθεται στους καναπέδες μαζί σας. Στέκεται δίπλα σας πάνω από την κάλπη εδώ και δεκαετίες. Σας δίνει το φακελάκι που δίνετε στο δημόσιο υπάλληλο. Σας υποδέχεται στο γραφείο του άθλιου βουλευτή που σας υπόσχεται θέση εις βάρος ενός άλλου νέου που θα μπορούσε να’ναι ο φίλος ή ο έρωτας μας. Δε θέλουμε να πείτε πλέον πολλά. Ο ευνουχισμός μας απαίτησε τον αποκεφαλισμό μας και του τον δώσαμε. Φύγετε, όπως ήρθατε. Καθαρίστε τα χέρια σας από το αίμα μας και συνεχίστε τις ζωές σας σα να μην έγινε τίποτα. Γιατί επί της ουσίας τίποτα δεν έγινε. Τίποτα».

Ο ευνουχισμός μας απαίτησε τον αποκεφαλισμό μας

Posted in | Leave a comment

Βιόλα μου


Κακοστραθιά κι αν είν’η βόλτα μας σε τούτα δω τα μέρη,
του έρωτα το ρεμέδιο θα μας αναντρανίζει,
να τη διαβούμε την κορφή να ξαπλώσουμε στη φωτεινή πλαγιά.

Να πέφτουν λιαχτίδες στα μάτια σου, τον ήλιο να πεισμώσεις.
Να τσακωθεί με το φεγγάρι, τη δόξα να του κλέψει.
Του ήλιου το ινάτι η φύση να γροικά,
αλάργα θα τον στείλει, στα σύννεφα να κρυφτεί.
Και τοτεσάς το φεγγάρι στην άκρη του ρυακιού πίσω θα σου κλουθά,
να σου φωτίζει μόνο αυτό το αέρινο σου πάτημα.
Και μήνες μετά χορτασμένο από το φως σου στις σκιές του ν’απογιαγείρει.

Βιόλα μου, λιοπύρι του χειμώνα μου,
οψάργας σε είδα στον ύπνο μου τον ήλιο πάλι να φιλάς.
Θύμησες πόνου και χαμού τ’όνειρο αυτό μου’φερε.
Ξενομπάτη στα πέταλα σου αυτός δε θα με κάμει,
ξέτελα καλά δε θα’χουμε,
μόνο να δύσει πες του.


κακοστραθιά: κακός, δύσβατος δρόμος
ρεμέδιο: φάρμακο
αναντρανίζω: ανορθώνομαι, ανασηκώνομαι
ινάτι: πείσμα
γροικώ: ακούω
αλάργα: μακριά
τοτεσάς: τότε ακριβώς
κλουθώ: ακολουθώ
απογιαγέρνω: επιστρέφω
βιόλα: λουλούδι, όμορφη κοπελιά
λιοπύρι: μέρα με έντονη ζέστη
οψάργας: χθες το βράδυ
θύμησες: αναμνήσεις
ξενομπάτης: περαστικός, ξένος
ξέτελο: έκβαση, αποτέλεσμα

Posted in | Leave a comment

Μην αργείς


Άτακτος ο νους μπροστά στην όψη του αμμουδερού σου μικρού δαχτύλου. Του δαχτύλου που τα μεγαλύτερα του ποδιού διστάζει να κοιτάξει και κοκκινίζει από σεμνότητα όποτε αυτά το σπρώχνουν. Που τόσο το λευκό σεντόνι του Μάρτη αδίκησε και τώρα η απριλιάτικη άμμος στον ήλιο με περηφάνια παρουσιάζει. Και που στο ταπεινό του πάτημα στην ακροθαλασσιά τα κύματα στην όχθη μαζεύονται να το θαυμάσουν σιωπώντας.

Ξερίζωσα την ανθισμένη πασχαλιά που το σούρουπο στην αυλή πέτυχα να σε χαϊδεύει. Και που ψιθυριστά στο αυτί λόγια ξόρκια και σαγηνευτικά άκουσα να σου λέει. Μάτια μου αθώα, η φύση υποκλίνεται στο πέρασμα σας και το μυστικό σας θέλει ν’αρπάξει. Να το κρύψει βαθιά στο χώμα της και χυμώδεις, ροδαλούς καρπούς μέχρι και το φθινόπωρο να δίνει στ’αφεντικά που την αρμέγουν. Συγχώρα με, μα να σε μοιραστώ ακόμα δεν είμαι έτοιμος κι ας μ’απειλεί κάθε ξημέρωμα ο άνεμος χτυπώντας με οργή πεινασμένου τα παντζούρια μου.

Το φιλί που μου’δωσες φεύγοντας είχε κόκκους άμμου μέσα του. Έξι πρέπει να’ταν, ναι. Τους έχω κρύψει στο πίσω μέρος της γλώσσας μου μην τους σαλέψει ο αέρας και τους κλέψει. Σε πόλεμο με τη φύση μ’έριξες και ο θάνατος της ήττας γλυκός θα’ναι μπροστά στην απουσία σου.

Ένας κόκκος άμμου για κάθε αυγή μακριά σου.

Μην αργείς.



Posted in | Leave a comment

Να φύγουμε ρε


Να φύγουμε όλοι από τη χώρα.

Να την κλειδώσουμε, να πετάξουμε τα κλειδιά και να φύγουμε μακριά πολύ. Τόσο που ούτε φύλλο ελιάς δε θα γυρνά στις κραυγές του νόστου.

Ν’ακούγονται μόνο οι γλάροι στα πελάγη, τα σκυλιά στη στεριά και η βροχή στην άσφαλτο. Να μπουν οι αγριόχοιροι στις πόλεις και ν’ακούνε μόνο το τρίξιμο της σκουριασμένης λαμαρίνας. Να κάνει ο βράχος στη θάλασσα έρωτα, μακριά απ’το αδιάκριτο βλέμμα του Έλληνα.

Να φύγουμε ρε.

Όλοι.

Posted in | Leave a comment

Λεμονανθός



Πόσο μάταιο μου φαίνεται όλο αυτό.

Μου είπες να περιμένω στα σκαλιά και να προσέχω το εγώ σου. Το φρόντιζα σαν τα μάτια σου κι έκρυβα τον πόνο πίσω απ’αυτά, όταν τα’κλεινες για να κοιμηθείς. Πάνε δώδεκα μέρες κι έχω κάνει τα σκαλιά σου στέγη μου. Ξυπνάω απ’τις κραυγές του εγώ σου και είμαι πάντα εκεί να το καθησυχάσω χαϊδεύοντας το λίγο με το δικό μου.

Πόσο στείρες θα στέκονται οι ανθισμένες λεμονιές χωρίς το πότισμα σου.

Δεκαεννιά μέρες κι ακόμα σε περιμένω. Έχω αλλάξει στάση πλέον. Στα σκαλιά γιατί πιάστηκα, ξέρεις. Σσσουτ, δεν το είπα αυτό, όχι. Δεν παραπονέθηκα, συγγνώμη...αλήθεια! Ο έρανος πέτυχε και λίγοι καλοί φίλοι μου χάρισαν υπομονή που χρειαζόμουν. Δε με ταλαιπωρείς, μην ανησυχείς. Άλλωστε γιατί να ενοχλούμαι που ζω στα σκαλιά σου; Αν έμενα στα δικά μου, τότε ναι να γκρινιάξω. Με το εγώ σου τα λέμε για ώρες πλέον. Μου’χει εκμυστηρευτεί τα πάντα για σένα κι έχουμε γίνει ένα. Στο λέω για να μη βρεθείς προ εκπλήξεως, όταν ανοίξεις την πόρτα και μας δεις να φιλιόμαστε στο βρεγμένο σκαλί.

Πόσο λίγο έκανε η απουσία σου να δείχνει το πολύ.

Εικοσιέξι μέρες και δεν μπορώ να σου κρυφτώ πια. Το λάτρεψα το εγώ σου αλλά πεθύμησα το εμείς μας. Βγες έξω, λίγο μόνο να μας δω μαζί και να χαστουκίσω την ανασφάλεια μου. Έλα κάτσε εδώ δίπλα μου που το ζέστανα για σένα...

Πόσο μου λείπετε, ματάκια μου.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.