Archive for 2012

θέλω να


θέλω να
κλειδώσω την πόρτα,
σφραγίσω το στόμα,
παγιδεύσω το φως έξω απ’τα παράθυρα,
αποφύγω γιορτινούς θορύβους
και αμήχανα λεπτά πάνω από μια οθόνη κινητού
ανάμεσα σε κόσμο που βαρέθηκα να σκάβω μέσα του
και φίλους που γίνανε συμβάσεις

θέλω να
ενώσω τις δυο ματιές που ρίχνω στο ημερολόγιο,
την πρώτη όταν χάνεσαι στο κτίριο των αναχωρήσεων
και την τελευταία λίγο πριν ακούσω την άφιξη σου
κάτω απ’το υπόστεγο υπό βροχή
μαζί με τα μόνα τσιγάρα που’χω κάνει στη ζωή μου

θέλω να
ξορκίσω το τέλος
που τα χείλη σου μου τάζουν
και πρώτος εγώ
στο τέλος αυτό
ας προδοθώ

Posted in | 3 Comments

Σπρέι




Την καταλαβαίνω τη γειτόνισσα που διαμαρτύρεται για τους λερωμένους τοίχους.

Όσο προκλητικός και νά’σαι έχοντας ένα μεγάλο, λευκό τοίχο σε πολυσύχναστη διασταύρωση με βολικό φωτισμό, δικαιούσαι να’χεις την ηρεμία σου. Τα συνθήματα από μπογιά, σπρέι ή και στυλό ξύνουν πληγές, ρε φίλε. Τα βλέπεις μόλις βγεις απ’το σπίτι σου και αφού σε ξεντεριάσουν για τα καλά, σου κολλάνε τα‘σώψυχα στον τοίχο. Το ακούς μάλιστα αυτό το «φλαπ» πάνω στο προβληματισμένο δίστιχο. Σου θυμίζουν σε κάθε πρωινό, σε κάθε ξεπαρκάρισμα, σε κάθε βηματισμό μπροστά τους. 

Απλά σου θυμίζουν.

Και τα τυπάκια με το τσιγάρο στο στόμα τα’χεις ακούσει στο σκοτάδι. Το γέλιο τους, την ολιγόλεπτη σιωπή τους, το τακ-τακ-τακ της μπίλιας του σπρέι και τον αέρα που ζωγραφίζει λέξεις πάνω στον ασβέστη. Αλλά αυτά τα μαλακισμένα είναι ποιητές κι εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μαζέψεις όσα κομμάτια σου επιβίωσαν και ν’αφήσεις ένα ρόδο κάτω απ’το σύνθημα 

για τα υπόλοιπα που πέθαναν.

Posted in | Leave a comment

χαρωπά


Κόψε τα κλαδιά απ’το δέντρο φέτος,
στραγγάλισε τον κορμό με πολύχρωμα λαμπιόνια
- όπως μόνο εσύ ξέρεις -
και ξάπλωσε το στο χαλί
να κρεμαστούμε απ’τα δυο του άκρα
να θάψουμε τα κέντρα μας
και να σουβλίσουμε χαρωπά τις γυαλιστερές μας μοναξιές

~*~

Posted in | 1 Comment

Πού να βρω την ελπίδα στην πόλη



Πού να βρω την ελπίδα στην πόλη, με ρωτάς/

γκελ την είδα να κάνει,
απ’τις ταράτσες που γνωρίζει η απελπισία τη βαρύτητα
πάνω στα βρεγμένα καλώδια της ΔΕΗ
κι από’κει
με τον κώλο στις κεραίες των καναλιών να κάθεται/

σου απαντώ

Posted in | 4 Comments

Κάποιοι το σούρουπο γλιστράνε



Το βουνό απέναντι απ’το χωριό μου έχει μια χαμηλή μα στέρεη οροφή για ουρανό. Μπορείς να σκαρφαλώσεις στη γέρικη ελιά δίπλα στο παλιό γιοφύρι και μ’ένα σάλτο να βρεθείς πάνω του. Αν μάλιστα βρεθείς ξημερώματα στο λιοτριβείο του κυρ Γιάννη, θα δεις χωριανούς ν’αφήνουν το χωράφι για να καβαλήσουν τον ουρανό. Τις γυναίκες με τις λαδωμένες ποδιές του μεσημεριού και τους άντρες με τα στιβάνια του λιομαζώματος. Όλοι σιωπηλοί χάνονται μυστηριωδώς ανάμεσα στα κλαδιά. Μια βόλτα να κάνεις κάτω απ’τον ουρανό δε θα δεις δίχτυ απλωμένο με γυναικοπαρέες πάνω μα ούτε και άντρα πιλότο σε λασπωμένο αγροτικό. Κάποιοι το σούρουπο γλιστράνε από τις σηκωμένες βέργες και κατεβαίνουν κρυφά πάλι στα λιόφυτα, τις κουζίνες ή ανάμεσα στα κυπαρίσσια του κατηφορικού νεκροταφείου. Ρώτα τους όταν τους συναντήσεις στο δρόμο γιατί χαμογελάνε και θα σου αραδιάσουν ένα σωρό ψέματα· θα επικαλεστούν από ρακές μέχρι και ραδιοφωνικά ανέκδοτα. Μα εγώ ξέρω, ότι από’κει πάνω τα πρόσωπα δεν τα στολίζει η ομίχλη και ούτε τα χέρια με ρόζους, ότι το αχ του πόνου στον άνεμο χάνεται και το δάκρυ του πένθους ένα με τη βροχή πέφτει στο χώμα. Είναι βέβαια και οι ψυχοφύλακες με τους πόνους στη μέση που αποφασίζουν να μείνουν πάντα ψηλά και πάνω απ’τα βρεγμένα μνήματα,

μα γι’αυτούς απόψε δε θα νοσταλγήσω.

Posted in | Leave a comment

Κι ένα ρόδι πέφτει




Τη ροδιά η αποχέτευση τη μεγάλωσε/

Εκεί τη φύτεψε στα έντεκα του. Στο τέλος της αυλής, μόλις που άρχιζε να κατηφορίζει για το μποστάνι και ν’ανηφορίζει για την εφηβεία. Έτσι είχε τη φροντίδα όλης της οικογένειας δίχως το ξόδεμα συνειδητού ενδιαφέροντος. Το καμάρι του κηπουρού και ο φθόνος του κήπου έγινε η ροδιά. «Μα πόσο νόστιμα», «πόσο ζουμερά» και «πόσο κόκκινο σ’αυτά τα ρόδια». 

Όσο για τον κορμό της, βοήθησαν πολλοί – συγγενείς, φίλοι, έρωτες και επισκέπτες – να γίνει τόσο παχύς που αγκαλιές δυο παιδιών δεν τόν’πνιγαν και τόσο δυνατός που για γαργάλημα πέρασε το κρέμασμά του απ’τα κλαδιά της.

/κι ένα ρόδι πέφτει ελεύθερα στον ουρανό

Posted in | 4 Comments

«Μη»


Την ψηλή, καφετιά γλάστρα ξάπλωσε ο αέρας στην αυλή κι αυτή πρόστυχα τίναξε πίσω τα φύλλα απ’το λαιμό της.

Άκουσα το βογγητό μέσα στη βροχερή νύχτα, μα πού να σκεφτώ ότι έρωτα της κάνει στην παγωμένη αυλή. Ούτε πως δεν ήταν βροχή, μα τα υγρά τους αυτά που σκούπιζα, καθώς «μη σηκωθείς» σου φώναζα μέσα απ’το ζωγραφισμένο με χνώτα μας παράθυρο.

Την έβαλα στη θέση της, όσο ο αέρας σφύριζε «μη» στ’αυτιά μου – «μη» ήταν άραγε αυτό που άκουγα ή «αμήν»; Έπειτα στόλισα το χώμα της με τα δικά της πεσμένα φύλλα, που ακόμα μεθυσμένο άνεμο μυρίζανε, και τρεις μήνες μακρύτερα έστειλα το θάνατο μου. 


Posted in | Leave a comment

Κομμάτια




Στα κομμάτια μου που πάρκαρες τις μυρωδιές σου,
που τόσες Πέμπτες άφησες να με βασανίζουν και τη θέση άλλων να πιάνουν
καθόλου φιλικός δε θα’μαι

Θα τα γδάρω, θα τα σκίσω, θα τα πετάξω στο πάτωμα, θα τα φτύσω, θα τα ξεφτιλίσω μπροστά σε όλα τ’άλλα τ’άοσμα, τα μίζερα και τ’άτυχα

Και όταν τολμήσουν να φωνάξουν,
τότε μπροστά τους θα γονατίσω,
να τα φιλήσω
και στο αίμα βαθύτερα να τα ποτίσω
και στ'αυτάκι του καθενός με ήττα θριαμβευτική θα τους ψιθυρίσω

«σας αγαπώ»

Posted in | Leave a comment

Γι'αυτούς να λυπάσαι




Μη λυπάσαι γι’αυτούς.

Όταν εσύ πρωτάρχισες να ιδρώνεις απ’το φόβο, αυτοί έφταναν με τη σωτήρια λέμβο στην άλλη όχθη.

Για τα ζευγαράκια να λυπάσαι. Που Μετανάστευση το τρίτο πρόσωπο ονόμασαν.

Για τους μαθητές να λυπάσαι. Που πριν καλοσχηματίσουν τ’όνειρο αναγκάζονται σε καλούπια να το βάλουν.

Και για τα πουλιά να λυπάσαι. Που ζουν στον ουρανό, μα στο χώμα αναγκάζονται να πεθάνουν.

Γι’αυτούς να λυπάσαι.

Για τους φυγάδες δάκρυ δεν περισσεύει.

Posted in | Leave a comment

άτιτλο



Μια κυρία ξοδεύει δυο εαυτούς σ’έναν φρεσκογυαλισμένο καθρέφτη

Στο νερό το πρόσωπό της μόνο χάζεψα λίγο πριν το πλοίο φύγει και αυτή ήταν η μοναδική σκέψη που πρόλαβε να μου μπολιάσει - σκέψη μπάσταρδη που θέριεψε και τους κάβους μόνη έλυσε

Μα ούτε συνταξιδιώτης της ήμουν·

στο πλοίο

                   Γιατί στον καθρέπτη χαμένο καπετάνιο της με είδα

Posted in | Leave a comment

Υπεύθυνη δήλωση


Και αναρωτήθηκε για την πολυτέλεια του έρωτα σε βράδια σκονισμένα

Για το δάκρυ που’φυγε από καύλα και όχι δακρυγόνο

Μήπως για μερικούς μήνες να μην το λέγανε έρωτα;

Να το λέγανε μολότωφ στα σεντόνια;

Λίγο μόνο για να γλύτωνε από τις τύψεις των βραδινών ειδήσεων και των στατιστικών καταχνιάς

Μα κι αυτός ένα μαύρο νούμερο ήταν, μια μέτρια ιστορία από τις πολλές, κρίκος μιας ουράς σε ηλιοπνιγμένο προαύλιο, μια ερώτηση που δίσταζες να ρωτήσεις, μια καρτέλα υπό ανανέωση, ένα μειωμένο εισιτήριο, ένα ρόδο που μια σταγόνα έψαχνε για να πετάξει χρώμα

Που πέταξε γιατί τη βρήκε

Και στα χαρτιά με τα πολλά κουτιά, τις δηλώσεις και τις υπογραφές, αλλά και στις ερωτήσεις των πολλών πίσω από σύννεφα καπνού

άνεργος δε δήλωνε,

μα ερωτευμένος

Posted in | 5 Comments

Όχι όσο | πρέπει | ακόμα




Δεν έχουμε πεινάσει ακόμα όσοι χρειάζεται και όσο πρέπει. Οι κάδοι είναι ακόμα ατομικοί και τις ουρές τις βλέπεις στις εφορίες. Γιατί στις μέρες των αριθμών και όχι των λέξεων όλα ποσοτικά είναι.

Κρίσεις πανικού όχι όσες πρέπει. Αυτοκτονίες όχι όσες πρέπει, όχι τόσο κοντινά όσο θά’θελε η οργή. Τον λεβέντη παππού που κάλυπτε το σεντόνι του φορείου και πέθανε επειδή δεν μπορούσε ν’αγοράσει τα χάπια για την καρδιά δεν τον είδαν πολλοί. Αρκετοί βέβαια είπαμε «και πού’σαι ακόμα», αλλά όχι και τόσοι μάλλον.

Κόλλησα στον τοίχο μου ένα μεγάλο, λευκό χαρτόνι για να τα σημειώνω όλα αυτά. Για να «υπολογίσω». Για να «εκτιμήσω» το κατώφλι του ξεσπάσματος και να «αναλύσω» το πολυπαραγοντικό του πράγματος. Πόσα απ’όλα αυτά θα χρειαστούν, ώστε να ξέρουν και οι επόμενες γενιές πόσοι «πρέπει» να πεθάνουν για τους πολλούς. 

Για να γνωρίζουν δηλαδή πόσα σαπισμένα πέταλα γεννούν έναν κήπο.

Posted in | Leave a comment

Μπαμ


Την έμπνευση τη δανεική να την επιστρέφεις
Είτε αυτή λέγεται δυο πόδια στο κρεβάτι είτε άλλα χιλιάδες στους δρόμους
Γιατί τα λόγια σου δικά σου δεν είναι
και κάθε σου πρόταση, εισιτήριο που σου χάρισαν σε βραδινό λεωφορείο
Και άμα τύχει να την καταχραστείς, για το καπάκι της κατσαρόλας μη σκας
Σύντομα αυτό μπροστά στα μάτια σου θα σκάσει,
μα τα πόδια τα δυο και τα πολλά
μακριά θα το κλωτσήσουν

Posted in | Leave a comment

Μα. Μείνε




Τους θεούς μου ανάγκασα βοήθεια να ζητήσουν
στο κάθε σου πέρασμα απ’το μαγαζάκι με τα χάλκινα
Γιατί κάθε που προβάλλεις απ’τη γωνιά
μια νιότη εγώ κερδίζω

Μα. Μείνε

Το πρωτοβρόχι φέτος ξημέρωμα ακούστηκε υπέροχα,
τη φιγούρα σου που φεύγει στο σκοτάδι για να κρύψει
Και τον ήχο της βαλίτσας
στο δρόμο να σιγήσει 

Posted in | Leave a comment

Έτσι νά'ρθεις



Να βλέπεις το κύμα να φοβάται τα δάχτυλα των ποδιών σου να γλείψει
Να πλησιάζει στο εκατοστό μ’αμέσως πίσω απ'το δέος να τραβιέται
Σαν το σεντόνι της Πέμπτης του Σεπτέμβρη που απότομα στα χέρια μου μάζεψα,
τις άκρες του κορμιού σου στο φως να προδώσω και τα μάτια του νου μου να χορτάσω

Όπως τους βατήρες των δαχτύλων μου που στο στήθος σου τρεμόπαιξα
Κι όπως οι μηροί μας στο λευκό φόντο που σαν γραμμές μακρινών τρένων λίγο έξω απ΄το το σταθμό συναντώνται

Έτσι νά’ρθεις πάλι και τα στόματα των παιδιών στη γειτονιά με τ’όνομα σου να γεμίσεις
Στη γωνιά μας θα σε περιμένω,
την άμμο και τους παφλασμούς του Σεπτέμβρη που’χασες
στα χείλια να σου δώσω

Posted in | Leave a comment

My (Islama)bad - μέρος Ι


Χτύπησε τελευταία φορά το κεφάλι της στον τοίχο, κάτω απ’το καδράκι με το Φίντο ντίντο. Δώρο απ’το νονό της όταν ήταν οχτώ, δεν είναι η ώρα. Το χτύπημα το έκανε εναλλάξ με κοίταγμα στον καθρέπτη. Μία στον τοίχο, μία στον καθρέφτη, για να δει αν ακόμα αναπνέει. Γελούσε, γιατί κάθε φορά προβάλανε και τα δυο τους πρόσωπα στον καθρέπτη, το ένα ματωμένο, το άλλο ζωχαδιασμένο. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν, ξεκίνησε να τη σέρνει στο διάδρομο. Πέμπτη απόγευμα νωρίς, περίπου τέσσερις. Τα χέρια του πότισαν οι φρέσκιες ανταύγειες των μαλλιών της. Πένθιμο μωβ στο χρώμα· δύο ακριβώς αυτές. «Συγγνώμη, δέχτηκες στοματικό έρωτα στο πρώτο ραντεβού; Και δέχτηκα κι έκανα χαχαχα!», γέλασε η μεσημεριανή τηλεόραση στο βάθος.

Στο απέναντι διαμέρισμα τα πρώτα γραφεία ενός κόμματος στην πόλη. «Όχι και κόμμα, συμμορία. Σαν ν’άνοιγε επίσημο υποκατάστημα η Κόζα Νόστρα. Σκοτώσαμε και σας περιμένουμε». Μουρμούρισε αυτός, όταν οι ανταύγειες του ανακοίνωσαν τα επερχόμενα εγκαίνια. Όχι πως και τον πολυένοιαζαν τα πολιτικά, μισθός-μουνί-μπάλα ήταν η τρίχρωμη σημαία του. Η δική τους σημαία πάντως ανέμιζε απέναντι από τους δύο βασιλικούς τους στο μπαλκόνι. Αν μάλιστα ξάπλωνες στο πάτωμα, να, όπως δηλαδή την πηγαίνει αυτός τώρα πάνω κάτω στο τριάρι, θα’βλεπες στη σειρά σεμεδάκι τηλεόρασης-βασιλικό-σημαία-φαλάκρα. Του ντόπιου αρχηγού τους. Η φαλάκρα ντε, γιατί το σεμεδάκι είναι από δέμα της πεθεράς της νεκρής. Μυτιληνιά η πεθερά, στέλεχος ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη αδυναμία στα μπονσάι. Πήγε έξι όμως και το πτώμα μύρισε.

Posted in | Leave a comment

Ξένος


Ξένος στο σπίτι μου και μόνος στους πολλούς
Και να νιώθω τον άνεμο να κοπάζει στο «ξένος»
Να σπάω λουριά από φιλικές φυλακές,
γιατί Μετανάστης θέλω να’ναι πλέον η καταγωγή μου
Με πρωτεύουσα το εχθρικό Βλέμμα
και γλώσσα τ'απελπισμένα

Κι εσύ για μένα Μετανάστης είσαι
και απόψε θα πλημμυρίσουμε φανάρια, κάδους, χαρτόνια
Ασπίδα στο μαχαίρι του φασίστα
Μα και αυτό ακόμα να λυγίσουμε,
πλύνε τα χέρια σου και τράβα τ'άλλα,
αυτά που χώθηκαν βαθιά

και δύσκολα απ’τα μυαλά πέφτουν

Posted in | Leave a comment

Μισο-



Το μισόγευστο, το μισοτελειωμένο, το μισόπιωτο,
αυτό που λες λίγο ακόμα,
λίγο ακόμα να το ζήσω όσο θέλω,
να το εξαντλήσω, να το στεγνώσω,
να το κρεμάσω δίπλα στο βασιλικό μου,
να στέκομαι από κάτω του τα ζεστά μεσημέρια
να το στύβω και να ξεδιψώ απ’τις σταγόνες του

Μόνο για λίγο. Λίγο
Τόσο που μόνο λίγο δε θα δείχνει μετά
Και αυτήν την επανάληψη των λέξεων να σκεπάσει
Και τα νοήματα να φωτίσει,
όπως τα δάχτυλα που γράφουν λέξεις στο υγρό παραθύρι του χειμώνα
και οι ανάσες θαυμαστικά βάζουν στο τέλος
Λίγο μόνο,

το μισο- να γίνει ολο-
και το ένα ν’αυγατίσει

Posted in | Leave a comment

Τριάντα-ένα παιδιά


ΠΑΙΔΙΑ πνίγονται στα νερά του Αιγαίου

Το νερό έκλεισε για πάντα τα στόματα τους απαλλάσσοντας τους γονείς απ'τον μπελά των απαντήσεων. Γιατί ερωτήσεις όπως «πού πάμε, μαμά;», «μαμά, θα ξαναδούμε το σπίτι μας;», «μπαμπά, η μαμά γιατί δεν ήρθε μαζί μας;» κλειδώνουν τα μάτια του μετανάστη γονιού στον ουρανό παρακαλώντας για απαντήσεις.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ στα νερά του Αιγαίου

Αλλά φαντάσου και τις καταφάσεις τους λίγο πριν βουλιάξει το καΐκι. «Κρυώνω». «Πεινάω». «Τρέμω». «Πονάω». «Κλαίω». «Μου λείπει». «Να γυρίσουμε». «Κουνάει πολύ». «Φοβάμαι». «Φοβάμαι πολύ». Και ξαφνικά χέρια για λίγο πάνω απ’το νερό, ρούχα στο πουθενά, στόματα αφρισμένα, μάτια βουλιασμένα σε νερό και δάκρυ, κραυγές που κόβονται από τα κύματα, ένα παιδί, δύο παιδιά, τριάντα-ένα παιδιά, και μετά σιωπή και σκοτάδι.

ΠΑΙΔΙΑ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Σκάφη του λιμενικού φτάνουν στα ανοιχτά της Σμύρνης. Οι σωροί συλλέγονται, όσες βρέθηκαν τουλάχιστον, ποιος θα νοιαστεί άλλωστε για ψυχές χαμένες ήδη πριν απ’το ταξίδι τους. Δημοσιογράφοι γράφουν μονόστηλα κάπου χωμένα ανάμεσα σε δεύτερες ειδήσεις. Φωτορεπόρτερ στέλνουν φωτογραφίες που σου παγώνουν το αίμα. Συμπολίτες σου χαίρονται που απαλλάχτηκε ο τόπος από δαύτους. Συμπολίτες σου, οι πρόγονοι των οποίων δεκαετίες πριν, λίγα χιλιόμετρα πιο'κει, κατάφεραν - ή πνίγηκαν επίσης - να ξεφύγουν με βαπόρια για την Ελλάδα. Και μετά έρχονται οι δικές σου καταφάσεις. «Ξερνάω». «Κλαίω». «Θυμώνω». «Απορώ». Και γυρνάς τα μάτια σου για απαντήσεις, πού αλλού, στον ουρανό, στον ίδιο ουρανό που τελευταίο αντίκρυσαν τα τριάντα-ένα πνιγμένα παιδιά.

Posted in | Leave a comment

Στα ξανά


Στα ξανά ήπια πάλι κι έκοψα το τιμόνι απότομα στο στενό σου από κάτω
Σ’αυτά τα ξανά που παγίδες στήσανε σε κάθε σκαλοπάτι του ξημερώματος
Που ανθρώπους των κάδων με βοήθησαν να γνωρίσω
Και να κερδίσω και να χάσω και να κλάψω και απ’το χέρι να σ’αρπάξω
και να σου πω το τώρα πόσο ύπουλο, μα και πόσο ακέραιο είναι
Και να σταθώ πάλι στις σκιές του παραθύρου να σε βλέπω να μη βολεύεσαι
στο μαξιλάρι που εξαιτίας μου πρώτη φορά το κεφάλι σου βύθισες
Που του μπουκαλιού το χρώμα μ’ανάγκασες πάλι να δω αδειάζοντας το,
για να κάνω τον αποχαιρετισμό μας επιτέλους ανώδυνο
Και χαμογελώντας να μπορέσω να σε φιλήσω,
για να μη γευτείς το γαμώτο στην άκρη της γλώσσας μου
Το δίλημμα να λιώσεις με το δυνατό κλείσιμο του καπώ
Τα βλέφαρα σου να κλείσω με τα δυο μου χέρια ενώ δεν κοιμάσαι
και να σε βάλω να μου πεις απλά καλημέρα, εκεί δίπλα στη βαλίτσα
Όταν η ώρα είναι 8 το απόγευμα και το εισιτήριο συμφωνεί με τους δείκτες
Μα μαζί μου τσακώνεται και δίπλα στις ρόδες του αυτοκινήτου
πέφτουμε στα ματάκια σου μπροστά να καυγαδίσουμε
μα πάντα αυτό κερδίζει, το γαμημένο το χαρτί
με τους δυο προορισμούς, τις τέσσερις ώρες,
τα δύο ξανά,
το ένα μείνε

Posted in | Leave a comment

Ενδοχλεύια




Τί εννοείς «είμαι ξένος στην ίδια μου τη χώρα, όταν φοβισμένοι νοικοκυραίοι και πουλημένοι αρχηγίσκοι την κουμαντάρουν και σηκώνουν τείχη κάθε μέρα ανάμεσα σ’αυτούς και σ’ό,τι απειλεί τη βολή τους, τις καταθέσεις και τις θέσεις, την καβάτζα παραμονής μέσα στο σπίτι, πίσω από παράθυρα και λάφυρα, καλωδιωμένοι μπροστά από τηλεοράσεις και εφημερίδες, τις ελέγξιμες πύλες προπαγάνδας που σκατά γεμίζουν τα μυαλά και πνίγουν στην μπόχα το «σήκω να φωνάξεις» και στον αφρό βγάζουν το «μισώ ό,τι ξένο» και το κυνηγώ να το σκοτώσω, γιατί αυτό φταίει για το κακό και τη μιζέρια, αυτό και μόνο αυτό απειλεί τις δομές μου, γι’αυτό και ο νοικοκυραίος καυλώνει με τείχη στα σύνορα και «σκούπες» στις πόλεις για να ξορκίσει το άλλο, το και καλά διαφορετικό, το απρόσκλητο, λες και τον κάλεσε ποτέ κανένας εδώ να φυτεύει μίσος και φόβο, φόβο ότι το μόνο που μας δίνει ελπίδα είναι ένα νόμισμα και γι’αυτό θα κόψει και το πόδι της γιαγιάς αν χρειαστεί, της γιαγιάς που τώρα πια δε θυμάται αλλά κάποτε ανέβαζε τρόφιμα στα βουνά, αυτά που μετανάστες εσωτερικού θα γεμίσουν, εκεί και στα μικρά νησιά, για ν’αφεθούν οι πόλεις να εκραγούν από φόβο και μισαλλοδοξία, σαν τεράστιοι βόθροι που ξεχείλισαν και τίναξαν μυαλά στον αέρα για να περάσει μετά η σφουγγαρίστρα να τις καθαρίσει και ο κηπουρός την παπαρούνα να φυτέψει»;

Posted in | Leave a comment

Είναι καλοκαίρι


Το φως του κυνηγού που παγιδεύει τον τρομαγμένο λαγό μες στη νύχτα,
το ψαράκι δίπλα στο έπιπλο που παγώνει όταν νιώθει τις δονήσεις των ποδιών σου και
η παλιά κασέτα που πέθανε στο τελευταίο μάσημα μα άφησε πίσω της εννιά τραγούδια και μια σκοτεινή αφιέρωση.

Κι η γλώσσα σου πιο σίγουρη από ποτέ που έπαψε να ψάχνει αποκούμπι μέσα στο στόμα μου.
Οι κόρες των ματιών μου που δίπλα σου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μικρές παραμένουν.
Το αλμυρό σου μπλουζάκι που με κάθε πέταμα στην ψάθα σήμα δίνει στη νύχτα ν’αρχίσει να διαστέλλεται.

Και οι σταυροί των φαρμακείων που αναβοσβήνουν τα χαράματα όταν δίπλα μου περπατάς και αποτελούν τη μοναδική υποψία χριστιανικού παραδείσου.
Οι νότες στο μπαρ που μέσα Ιούλη σαν σταγόνες Κυριακάτικης βροχής μαζί σου ποτίζουν το κάθισμα.
Το σημάδι της πλάτης σου στο σκονισμένο παράθυρο του αυτοκινήτου και τα χέρια μου στην οροφή του.

Ο καπνός του τσιγάρου σου πίσω από το βράχο και το μαγιώ κάτω από την πέτρα.
Η μεσημεριανή υπόκλιση του ανεμιστήρα στο πέρασμα σου απ'το διάδρομο.
Τα λαδωμένα σου δάχτυλα μέσα στη χρωματιστή σαλάτα,
η σιωπή μας στη θορυβώδη παραλία,
το αχ
και
το πάλι
είναι καλοκαίρι.


Posted in | Leave a comment

Η κλήση


Μου είπες να μην πιω, γιατί οδηγάω και για να μη φάω κλήση "απ’τα μπατσόνια της παραλιακής".

Σου είπα δεκτό, αλλά τότε δεν έχει νόημα να βρεθούμε.

Με ρώτησες γιατί.

Μα γιατί η μέθη αφού σε δω, δε θα συγκρίνεται με αυτή του ούζου.

Posted in | Leave a comment

Λόγοι εκατό


Είναι η θλίψη της αναμονής και τα δάχτυλα που δεν ίδρωσαν. Η αποδοχή της ήττας και η αφομοίωση των όρων τους. Ο ενστερνισμός της αναβολής και το προσκύνημα στο «ε και τί». Είναι η εξομοίωση ανέργων πρωινών με τα τηλεκοντρόλ στο πάτωμα δίπλα στον κατάκοπο ανεμιστήρα του απογεύματος. Το κατέβασμα των ρολών και ο τελευταίος ήχος της κλειδαριάς μια ζεστή Πέμπτη του Ιούλη. Το ανασφάλιστο μιας γενιάς και η άρνηση του φαρμάκου στην άλλη. Αυτό το «θέλω να λήξω» που σκεπάζει τα πρόσωπα στις στάσεις των λεωφορείων και το ράψιμο των χειλιών που δε λένε να χαλάσουν την παραλληλία τους. Και το κυνηγητό του ξένου, του ανθρώπου-στόχου, η πτώση στα σκαλιά και ο ξυλοδαρμός και ο φόνος. Η σιωπή μου είναι. Η ενοχή μου, το βαθύ κάθισμα στον καναπέ και το πέταγμα του ρυζιού, του γάλατος και της παλιάς κουβέρτας. Το κλείσιμο του παραθύρου στα φανάρια και η στροφή του βλέμματος στα ψηφιακά γράμματα του ραδιοφώνου. Η άρνηση του πραγματικού, το μακρύ κλείσιμο των ματιών, η ψήφος στο μίσος και η φωνή που δε βγήκε ποτέ. Το καταφύγιο του κρεβατιού που φιλοξενεί δύο σκέτα αντί για δύο ενωμένα. Αυτά είναι. Μη μου δείξεις αποδείξεις, λογαριασμούς και χαρτιά γεμάτα νούμερα. Γιατί αν θέλω ν’αυτοκτονήσω, λόγους εκατό μπορώ να σου μετρήσω.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.