Archive for 2011

Κλείσε το θερμοσίφωνα πριν με σκοτώσεις ξανά




Την επόμενη φορά που θα με σκοτώσεις σπίτι μου, θυμήσου να κλείσεις το θερμοσίφωνα πριν. Γιατί από την έκρηξη κάηκε η καρέκλα που’χα σκοπό να χρησιμοποιήσω για να κρεμαστώ.

Αλλά πάντα ήξερες πώς το χρόνο να εξουσιάζεις. Να συγχρονίζεσαι με τις βαθύτερες μου σκέψεις, τα παιδιά δηλαδή των δικών σου πράξεων που ατιμώρητα άφησα στην αυλή της κρεβατοκάμαρας. Κι όλο κάτι πίνακες του Νταλί ζωγράφιζε η γλώσσα σου τελευταία· λόγια δυσανάλογα, ρολόγια τσακισμένα κι λεπτεπίλεπτοι ελέφαντες που στο στέρνο πάνω κάθονταν σταυροπόδι.

Γι’αυτό με μίσος πέτα την πελέτα στους μπαρουτοκαπνισμένους τοίχους και φίλα με. Και για τους τοίχους μη σκας. Η μαχαιριά σου χτύπησε τόσο κέντρο, που η έκρηξη σαν θαλασσινό αεράκι το πτώμα μου χάιδεψε.

Posted in | Leave a comment

Δύσκολοι καιροί για φλούδες μανταρινιού



Δύσκολοι καιροί για φλούδες μανταρινιού. Από σκουφάκια στις ζεστές εσοχές των αναμμένων καλοριφέρ κατέληξαν μόνιμες κουκούλες στους χυμώδεις σάκκους των κουκουτσιών.

Τράβηξε την κουβέρτα από πάνω της και γυμνόστηθη ξάπλωσε δίπλα στη φάτνη των Χριστουγέννων. Στο βραδινό της στέρνο χτύπησε φωτεινό μπλε, κόκκινο, πράσινο, μπλε, κόκκινο, πράσινο. Τα κρύα της δάχτυλα παίζανε με μια βιβλική φιγούρα-κομπάρσο του σκηνικού της φάτνης. Βοσκός ήταν; Το παιδί για όλες τις δουλειές μέχρι να φτάσουν οι μάγοι; Δεν ήξερε. Ήταν όμως αρκετός για να τη θυμώσει. Λίγο ο παρακατιανός του ρόλος, λίγο η αξυρισιά του, την έκανε να θυμηθεί τα κομμουνιστικά της. Του φώναξε «κουράγιο, σύντροφε» ανάμεσα σε δύο συνεχόμενα κόκκινα. Κόκκαλο ο σύντροφος βέβαια, επικά ανέκφραστος. Σαν το κοκκαλάκι της που κρύωνε και βαθμούς του Κελσίου ζητιάνευε. Πολυτέλειες για καταθλίψεις δεν έχουμε φέτος, σκέφτηκε. Το είχε αποφασίσει άλλωστε από του Αγίου Νικολάου, όταν έφαγε την γκλομπιά στην πλάτη. Τότε που γύρω της είχε μόνο μπλε, άσπρο, μπλε, άσπρο.

Και το μαλλί. Δεν είναι μέρες που απαιτούν μαλλί φτιαγμένο. Έβγαλε το πιαστράκι και το’κλεισε στα μάτια της ηγετικής νεογέννητης φιγούρας της φάτνης. «Μη βλέπεις εσύ». Σηκώθηκε κι έβγαλε τ’άστρο από την κορυφή του δέντρου. Έσκυψε ταπεινά και το τοποθέτησε δίπλα στον κομπάρσο της φάτνης επισκιάζοντας έτσι κάθε άλλο πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Αυτός άλλωστε το’χει μεγαλύτερη ανάγκη από τους άλλους. «Έτσι δεν είναι σύντροφε;», είπε κι έφτυσε το κουκούτσι.

Posted in | Leave a comment

SoftX




Το χαρτί έγραφε πάνω σόφτεξ. Σοφτ, όπως απαλή και αθώα ήταν η παρθένα ζωή της στα προάστια της Τιμισοάρα και εξ γιατί μόνο το «ήταν» έχει απομείνει πλέον στα χέρια της από εκείνες τις μέρες. Καθάρισε τα υγρά του από τα αψεγάδιαστα μάγουλα της και σηκώθηκε όρθια. Το καθαρό ροδαλό της θύμισε το τελευταίο φιλί του παππού λίγες μέρες πριν φύγει για Ελλάδα. Το όνειρο σάπιο, αλλά γυαλιστερό στον αφρό. Η πραγματικότητα σκληρή και τα χρήματα λίγα. Το ξύλο πολύ και η κραυγή υπόκωφη. Τί να την κάνεις μια ζωή, όταν σε όνειρο έχει πλέον αναχθεί ένα κυνηγητό, μία καταδίωξη, μία απόδραση, μία επιστροφή ίσως στο πάντα ροδαλό.

Φώτα που από κόκκινα ξεθώριασαν σε ψυχρά λευκά αφήνοντας πλέον και την παραμικρή ρωγμή να φανεί. Σε ποιον, θ’αναρωτηθεί και η ίδια. Μόνο ρωγμές δεν παρατηρεί το μάτι του πελάτη. Τρύπες που γεμίζουν με σάρκα και πάντα άδειες μένουν. Πράξεις μιας βραδιάς που καθρεπτίζουν πάνω στο σκληρό χαρτονόμισμα τις ανάγκες χρόνων. Τόσο της ίδιας όσο και του νυχτερινού επισκέπτη. Του ντόπιου, του οικογενειάρχη, του εργαζόμενου που σε αντίθεση με αυτήν δε φοβάται να κοιτάξει στα μάτια την ακόμα πιο φοβισμένη γειτόνισσα. Εκείνου που ενδεχομένως πρεσβεύει τ’όνειρο της που γυάλιζε και σάπισε. Πόσο ξεγελάστηκε από τ’ωραίο που κρυβόταν στα σπλάγχνα του αγοραίου.

Πόρνη νεαρή στο δέρμα και γριά στα σκέλη, γυναίκα δέκτη και κυρία όσο λίγες γειτόνισσες σου, κορίτσι πρόσφυγα που ιοί του κρεβατιού το σώμα σου γδέρνουν, δούλα του ιερού και μαχήτρια του ονείρου, τα σέβη μου.

Posted in | Leave a comment

Απώλεια δεδομένων



Κλείσε την. Κλείσε την τη ρημαδιασμένη. Την έκλεισε. Το φως από την κλειστή τηλεόραση συνέχιζε να γλείφει τα κάδρα του κατά τ΄άλλα σκοτεινού σαλονιού. Νόμιζε ότι θα ήταν εύκολο και ανώδυνο. Όχι μόνο γελάστηκε, αλλά την άκουσε να γελάει κιόλας. Περισσότερο μάλιστα όποτε τον άκουγε να την αποκαλεί «χαζοκούτι». Το χαζοκούτι ήταν αυτό που του δημιούργησε φρούδες ελπίδες και πλαστικές ανάγκες. Ήταν αυτό που τον συντρόφευε τα βράδια που τολμούσε ν’απαρνηθεί την κοινωνική του φύση φοβούμενος το κόστος της αλληλεπίδρασης. Μικρός είχε γράψει σε μία έκθεση στο σχολείο, ότι η τοποθέτηση μιας τηλεόρασης στο σπίτι μιας οικογένειας ισοδυναμεί με αθόρυβο άνοιγμα στην κόλαση. Το πόσο φίλος είχε γίνει με τον διάβολο μόνο αυτός και κάτι άλλα εκατομμύρια υπηκόων το έμαθαν τελικώς.
Ο πανικός τον έκανε να πατήσει το off. Ο πανικός της άδειας τσέπης, της πληγής στο πόδι που απαιτεί πλέον χρήμα για να κλείσει, της απάθειας απέναντι στα ρακένδυτα παγκάκια, της αλλαγής βλέμματος τη στιγμή που σωριάζεται το νηστικό ανήλικο στο ίδιο σχολείο που παλιότερα ο ίδιος έγραφε εκθέσεις για τη φτώχεια, τον ατομικισμό και την κοινωνική αποξένωση. Ο πανικός της μετανάστευσης ως λύσης που του ήρθε συστημένη, όταν εκείνος αμέριμνος έβλεπε ποδόσφαιρο στο κουτί. Κουτί, όχι χαζοκούτι, πλέον ήξερε. Πόσο μικρός ένιωσε, όταν αντιλήφθηκε ότι είναι απλά ένας αριθμός που αγχώνεται για την επίτευξη άλλων αριθμών, για μια ζωή μεταξύ προσήμων συν και πλην, ποτέ επί. Θυμήθηκε το βράδυ της κρίσης πανικού μετά το δελτίο ειδήσεων. Έπαιρνε βαθιές εισπνοές που σπρώχνανε όλο και πιο βαθιά μέσα του ποσοτικά ελλείμματα και συναισθηματικές υφέσεις. Ιδρώτας, δύσπνοια, απώλεια όρασης, ταχυκαρδία, όλα εκεί δίπλα στο πατημένο τηλεκοντρόλ. Πανικοβλήθηκε, όχι επειδή δε ρωτήθηκε ποτέ ο ίδιος, αλλά επειδή δε νοιάστηκε να ρωτήσει αυτός.
Το φως της τηλεόρασης, αν και κλειστής, παρέμενε στο δωμάτιο. Θα μείνει εκεί για μέρες, αλλά μην πανικοβάλεσαι. Ο άνθρωπος, το βιβλίο και ο δρόμος βοηθάνε στον εξορκισμό. Δεν κλείνουν εύκολα τα παράθυρα στην κόλαση, βλέπεις.

Posted in | Leave a comment

Toasted





Λόγια λατρείας και προσήλωσης απόψε αποφάσισα να μη λάβεις.
Γιατί απ’το αγαπημένο μου ερωτικό τραγούδι μία μία τις νότες έσκισες.
Τόσο καθημερινό που το’κανε η όψη σου ν’αντηχεί, ποτέ δε θα στο συγχωρήσω.
Ας πιούμε όμως σε κάτι τούτο το βράδυ του κόκκινου Νοέμβρη, που μέρες απ’τον Οκτώβρη θα’πρεπε ανένοχα να’χει κλέψει:
στους δισταγμούς.
Στο γλυκό σου δισταγμό πάνω από το πρωινό φιλί, όταν νόμιζες ότι ακόμα κοιμάμαι.
Στον εφηβικό μας δισταγμό – που ασπίδα μου θυμίζει στο σκοτάδι – ν’ακούσουμε τον εαυτό μας να αρθρώνει λέξεις δύσκολες, βαριές, απελευθερωτικές, που παράθυρα ανοίγουν και κουρτίνες στο τέρμα σπρώχνουν.
Στο δισταγμό της μάνας τύχης που καιρό τώρα ήθελε να σιγουρευτεί ότι οφείλει στο διάβα μου να σε ρίξει.
Στην υγειά σου λοιπόν...

Posted in | Leave a comment

Μόνο μη...





Πόσες φορές σου’χω ζητήσει με γυμνά τα πόδια στο σπίτι να μη γυρνάς. Με μέλι που στάζεις το πάτωμα έχεις γεμίσει και μέρες κάνω να ξεφύγω από την πατημασιά σου. Εξαιτίας σου νου και ανάσα κοντεύω να χάσω. Αλλά όχι, γυμνά τα πόδια σου σμιλεμένα από μέλι κράτα, να’χω έστω κι ένα λόγο όταν είμαι μαζί σου τη γη ν’αγγίζω. Ν’αφήνω ατάραχους τους ουρανούς και το πραγματικό ενίοτε με την άκρη της γλώσσας να γεύομαι. Και η οδοντόβουρτσα που παρέα πλέον βρήκε είναι εκεί το μέλι με υπομονή στα κρύα πλακάκια του Νοέμβρη τ’όνομα σου να χαράζει. Μόνο μη μ’αφήνεις μόνο... Στο δωμάτιο με το θρόνο που μ’έβαλες να κάτσω. Γιατί ψηλός είν’ο θρόνος και πολύ μικρός δείχνω χωρίς τα μάτια σου πάνω μου.

Posted in | Leave a comment

Τόσα...




 
Τόσα...
Τόσα, που θέλω να σου πω είν’αυτά, που στο μυαλό πλημμύρα φέρνουν.
Και ό,τι μικρό τ’αυλάκια του πότιζε, μ’ορμή μακριά τώρα το διώχνουν.
Ξέρεις, είναι κάποιες αγκαλιές που τόσο μισές μου φαίνονται.
Γιατί παρά τη δύναμη τους, τα δέρματα μας δύο μένουν.
Και πανικοβάλεσαι. Και απορείς γιατί και τόσο...

Πόσο...
Πόσο πολύ τρέμουν τα δάχτυλα τώρα που σου γράφω.
Δάχτυλα μετανάστες που στα δικά σου γυρίζουν για ουσία και πατρίδα.
Τότε που ο νους τα μάτια παρακαλά,
τις πρώτες αχτίδες με μανία να τις κλέψει
και στα δικά σου μέσα για καλημέρα να τις ρίξει.

Posted in | Leave a comment

Βούρκος


Δεν έχω αφήσει δρόμο για δρόμο, πόρτα για πόρτα που τη φωνή μου να μη ρίξω για σημάδι γυρισμού. Γιατί η ερώτηση μου απάντηση δε βρίσκει από ανθρώπου χείλη. Πώς γίνεται δυο μάτια ομορφότερα από ζεστή ακροθαλασσιά και πλάνα πανσέληνο μαζί να βουρκώνουν τα βράδια του Οκτώβρη;


Μάτια σαν τα δικά σου ο βούρκος φοβάται ν’αγγίξει. Μάτια λίμνες που μέσα τους θε’να χαθώ μέχρι να στραγγίξω αυτά και τα βάσανα που τα πνίγουν. Να ποτίσω με δάκρυα τα μάγουλα σου, το ροδαλό τους φως ποτέ μη στερηθώ.

αφιερωμένο

Posted in | Leave a comment

Αυτό το πρωινό ήταν ευτυχείς





Αυτό το πρωινό ήταν τυχεροί. Δε χρειάστηκε ούτε το κρεβάτι να κουνήσουν για να μη χτυπά περιοδικά στον τοίχο, ούτε τις κουρτίνες ασφυκτικά να κλείσουν. Το «σύγχρονο» ζευγάρι – φράση που τους έκανε μία στις δύο φορές να γελάνε – συναντιόταν κρυφά στη μικρή, οικογενειακή γκαρσονιέρα της πολυκατοικίας. Ήταν πάντα προσεχτικοί, καθώς εκτός από σύγχρονο το ζευγάρι ήταν και «παράνομο». Γιατί ενάντια στους νόμους του έρωτα αποσυνέδεαν τη φωνή του οργασμού από το συναίσθημα της ομολογουμένης έλξης. Τί πιο παράνομο και καταδικαστέο... Όχι σήμερα όμως. Ο ήχος της πέτρας που έπεφτε στην ασπίδα του οργάνου, οι κραυγές του κοινωνικού οργασμού στα πεζοδρόμια κάτω από την γκαρσονιέρα και οι σειρήνες του πανικού κάλυπταν τις φωνές από τη μικρή φωλιά. Και οι κουρτίνες τέρμα ανοιχτές σήμερα. Ο μαύρος, ζεστός καπνός από τους αποσυντιθέμενους κάδους έκλεινε κάθε δίοδο σε αδιάκριτα βλέμματα και άκυρες ετυμηγορίες. Αυτό το πρωινό ήταν ευτυχείς. Όχι μόνο οι δύο, αλλά και οι πολλοί.

Posted in | Leave a comment

Φλις





Πέτα το τσιγάρο στο πάτωμα και σταμάτα να μιλάς. Με χόρτασαν τα λόγια σου. Εδώ και δύο ώρες προβάλλεις το εγώ σου πάνω μου. Λες και δεν το αγαπώ αρκετά από μόνος μου για να θέλω να το κάνω δικό μου. Αφού ξέρεις. Το γνωρίζεις, έτσι δεν είναι; Το γνωρίζεις. Βούλωσ’το. Σκάσε ρε, πώς να στο πω αλλιώς; Πρέπει πάλι να βάλω το πρόσωπό σου στα δυο μου χέρια μέσα και να το φιλώ. Μόνο έτσι φιλιώνεις εσύ με τη σιωπή. Γιατί κατά τ’άλλα την απολαμβάνεις μόνο όταν περιμένεις να ξετυλίξω τις ενοχές μου στο δωμάτιο. Έχω κάνει τη συγγνώμη μου ζωή μας και από λέξη στα χείλη και τη γλώσσα τη βλέπεις χαραγμένη στα δάχτυλα και τα μάτια μου. Και σκέψου, σε παρακαλώ, μόνο τί σου ζήτησα. Ξέρω ότι δεν μπορείς ακόμα να με συγχωρέσεις, και ότι όλα πάνω σε χάρτες λογικής τα σχεδιάζεις. Λογική όμως ήθελε κι αυτό που μόλις σου ζήτησα. Γιατί πάτωμα είπα γαμώτο και όχι κουβέρτα.

Posted in | Leave a comment

ΒΟΗΘΕΙΑ



Σηκώθηκε από την καρέκλα και άφησε το ποτήρι με το καλαμάκι στο πρόχειρο κομοδίνο. Με τον αντίχειρά της σκούπισε το πηγούνι του από το νερό που είχε χυθεί. Η υπερήλικας νοσηλεύτρια Μαίρη γνώρισε το νεαρό ασθενή της μόλις πριν από λίγα λεπτά. Ήταν ο ένας από τους τριάντα που της είχαν ανατεθεί για το απόγευμα. Όλοι οι ασθενείς είχαν υγρά μάτια που αργά ανοιγόκλειναν. Ο νεαρός ΑΦ764 είχε όμως μεγάλα μάτια που το κάλυμμα δακρύου τα έκανε ακόμα πιο εκφραστικά. Τη γόητευσε αυτό. Της θύμισαν το γιο της.

Το χωράφι απλωνόταν σε μία έκταση τριάντα περίπου στρεμμάτων. Λόγω της αμφιθεατρικής του θέσης μπορούσες από μακριά να διακρίνεις τις νοσοκόμες, που λόγω της μεγάλης τους ηλικίας βημάτιζαν νωχελικά από κρεβάτι σε κρεβάτι. Το υπαίθριο νοσοκομείο φιλοξενούσε περίπου δύο χιλιάδες ασθενείς. Όλοι νεαροί, άντρες και γυναίκες, μορφωμένοι ως επί το πλείστον, άνεργοι εδώ και καιρό ή άνεργοι χωρίς να το γνωρίζουν ακόμα. Εκτός από το κοινό βιογραφικό, οι ασθενείς συνδέονταν με διαφανή καλώδια που διέτρεχαν το χωράφι από άκρη σε άκρη. Στην κορυφή βρισκόταν η δεξαμενή με το πράσινο διάλυμα που χυνόταν στις φλέβες των νεαρών μέσω των καλωδίων.

Πόσο οξύμωρο να φροντίζουν γριές γυναίκες υγιέστατους νέους. Όλοι τους ακίνητοι πάνω στα λευκά κρεβάτια, χέρια-πόδια σ’έκταση, και μάτια βουρκωμένα, βυθισμένα στο κενό. «Πόσο ιδιαίτερος ο σύγχρονος τρόπος ανατροφής των νέων γενιών», σκέφτηκε η Μαίρη. «Θα υπάρχει σίγουρα καλός λόγος για αυτή την εικόνα όμως», έπεισε τον εαυτό της. Οι σκέψεις της δε διατάραξαν τη νεκρική σιγή ούτε κατάφεραν να διαπεράσουν τα κρανία των εγκεφαλικά νεκρών ασθενών. Άκουγες μόνο παντόφλες να σέρνονται αργά στο χώμα και πράσινο φάρμακο σε μεγάλες δόσεις να ωθείται από τη δεξαμενή στα καλώδια.

Η Μαίρη κοιτούσε ανυπόμονα στην ανηφόρα του νοσοκομείου περιμένοντας να λάβει τον καθημερινό, καθησυχαστικό χαιρετισμό της συναδέλφου. Όχι μόνο δεν είδε το χέρι της συναδέλφου στον αέρα, αλλά παρατήρησε έντονη κινητικότητα στη μεριά της. Επικράτησε πανικός. Πολλές νοσοκόμες πλησίασαν τη συνάδελφο της τρομοκρατημένης πλέον Μαίρης. Ο ασθενής ΒΧ312, για τον οποίο η Μαίρη περίμενε το θετικό σινιάλο ότι όλα πάνε καλά, δεν ήταν άλλος από τον γιο της. Ο ΒΧ312 δεν είχε απλά καταφέρει ύστερα από μήνες αδράνειας να κινήσει το δείκτη του δεξιού του χέριου, αλλά είχε γράψει κιόλας μία λέξη στο σεντόνι του: με μεγάλα, πράσινα γράμματα το σεντόνι, που τώρα κυμάτιζε στον αέρα, φώναζε ΒΟΗΘΕΙΑ.

Posted in | Leave a comment

Εξημερωμα





Έχει τη δική της μαγεία η πόλη του ξημερώματος. Πεζοδρόμια άδεια, σκουπίδια της ρουτίνας και μια βιαστική σακούλα. Τα αυτοκίνητα ήσυχα σε δύο μακρές σειρές και ανάμεσα τους τα φώτα των στύλων σαν στάσεις μέρας τις ώρες του σκοταδιού. Ένα γαύγισμα σε αγριεύει, μια μουσική ταξιδιού από ένα φευγαλέο αυτοκίνητο σε μαλακώνει, ένα ροχαλητό σε κάνει να χαμογελάσεις. Το περπάτημα στη μέση του δρόμου και οι ψίθυροι σου προσταγές ενός βασιλιά στην έρημο των ήχων. Ο ιδρώτας σου στα χέρια μου, τα χείλια μου στο λοβό των αυτιών σου, η φωνή σου μέσα μου, τα δάχτυλά σου στο λαιμό μου. Έχει τη δική σου μαγεία η πόλη του ξημερώματος.

Posted in | Leave a comment

Λαθος δρομο, πατερ





«Στάσου μισό λεπτό». Κοίταξε τον ιερέα και γέλασε. Τον λυπήθηκε! «Μ’εμένα γελάς;», τον ρώτησε ο ιερέας υποψιασμένος. «Ναι, γιατί έχεις διαλέξει λάθος δρόμο, πάτερ». «Ο δρόμος είναι κοινός για όλους μας και οδηγεί μόνο σ’Εκείνον», του απάντησε ο ιερέας διατηρώντας όμως τις αμφιβολίες του για το αν τον έπεισε. Διότι γνώριζε τι εννοούσε ο πιστός του, αλλά φοβήθηκε ν’αναμετρηθεί τώρα μαζί του. Όχι τόσο με τον πιστό, όσο με το θεό που τον έστειλε.

«Ο δρόμος προς τη θέωση είναι μέσα από τον Έρωτα και μόνο τον Έρωτα, πάτερ. Αν υπάρχει μια υποψία ύπαρξής Του στη Γη είναι ο Έρωτας, πάτερ. Ο Έρωτας. Μια ζωή άπιστος ήμουν. Τώρα όμως πώς μπορώ να μην πιστεύω; Πες μου, πώς; Γι’αυτό βγάλε τα ράσα και τυλίξου με σεντόνια και ρούχα που ξένες, σαγηνευτικές μυρωδιές πάνω τους κουβαλούν. Και που αγγίγματα περισσότερο απόκοσμα από τις καλύτερες παραβολές θα σου χαρίσουν».

Ήταν φανερό πλέον, ότι ο θρασύς πιστός είχε αλλαξοπιστήσει. Φάνηκε στα δύο ενωμένα χέρια που την εκκλησία άφησαν και το λόφο κατηφόρισαν.

Posted in | Leave a comment

Φιγουρες στο σαλονι



Την προηγούμενη Τετάρτη συνειδητοποίησε ότι βαρέθηκε τον εαυτό του. Κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση του σαλονιού δίπλα σε μια πεταμένη εφημερίδα και κοιτούσε τα δυο του χέρια. Θυμήθηκε άλλα χέρια που τα δικά του είχαν αγγίξει, χαρτιά που πρόσφατα είχε σκίσει και πετάξει στα σκουπίδια, ψηφία τηλεφώνου που τα δάχτυλα είχαν ενώσει, δόντια απέναντι που τα δάχτυλα είχαν δαγκώσει, ωμό κρέας που είχαν σηκώσει, ξένα στήθη που οι παλάμες πάνω τους είχαν συρθεί, πλήκτρα υπολογιστή που σε σειρά είχαν πιέσει για να σχηματίσουν λέξεις όπως «μου λείπεις», «γύρνα πίσω», «κλείνω εισιτήριο κι έρχομαι». Ο ήχος του μολυβιού τον τράβηξε από τα χέρια του.

Τρίτη. Χορεύει μόνος στο υπνοδωμάτιο του. Κοιτάζεται στον καθρέπτη και χαμογελά. Απλώνει στο κρεβάτι τα ρούχα που θα ντύσουν τη θλίψη του. Ή μήπως όχι τη θλίψη; Δεν ξέρει. Χορεύει. Η οθόνη του τηλεφώνου είχε σβήσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Κοιτούσε από μακριά τ’όνομα που χανόταν βαθιά μέσα στο γυαλί και άναψε αυτός τώρα. Έλαμπε, φωτεινός, χορευτής, χαρούμενος. Φοβήθηκε ότι αύριο θα κάτσει σε μια καρέκλα στη μέση του δωματίου, θα πετάξει την εφημερίδα στο πάτωμα, θα ξεκινήσει να κοιτάζει για ώρα τα χέρια του και θ’αναπολήσει ό,τι αυτά έχουν κάνει τα τελευταία 24ωρα. Και ότι τότε πάλι ο ήχος του μολυβιού του ψυχιάτρου θα τον αποσπάσει από τις σκέψεις του.

Την Πέμπτη το μεσημέρι επιστρέφοντας σπίτι με το αυτοκίνητο αποφάσισε ότι βαριέται τους ανθρώπους περισσότερο απ’ό,τι βαριέται τον εαυτό του. Λογικό σκέφτηκε· εφ’όσον βαριέται τον εαυτό του που σήμερα Πέμπτη θεωρεί ένα τίποτα, πώς να μη βαριέται το σύνολο απ’το οποίο ο ίδιος προήλθε; Καθησυχάστηκε με το συλλογισμό του και άλλαξε ταχύτητα. Φλέρταρε με την τρέλλα του έχοντας ως καβάτζα τη λογική των άλλων. Τον γοήτευε η λεπτή κλωστή ανάμεσα τους, που τα δέκα του δάχτυλα συχνά γαργαλούσαν παιχνιδίζοντας. Τί σημασία όμως έχουν όλα αυτά, είπε. Σήμερα είναι Παρασκευή. Ή μήπως Τετάρτη;

Posted in | Leave a comment

Peach black



Ένα πληγωμένο ροδάκινο, μια ξύλινη, πολύχρωμη σαύρα από το προτελευταίο του ταξίδι και μια περαστική γάτα απ’το παράθυρο του παγιδευμένου δωματίου αποτέλεσαν τις σημαδούρες τους για το υλικό και σύγχρονο. Δίπλα στο μαχαίρι που μόλις είχε κόψει τη σάρκα του καρπού μερικές σταγόνες νερού και λίγο πιο πέρα απ’αυτές ένα όχι ανήσυχο υπό το βλέμμα του εχθρού. Ανάμεσα στα πεταμένα ρούχα του και την καρέκλα που για λίγο τα δέχτηκε, πρόβαλε εκείνο, υγρό και λαχανιασμένο, το ναι. Εκεί, ανάμεσα στο ξύλο της καρέκλας και την τσέπη του παντελονιού που φύλαγε τη φωτογραφία τους, είχε χωθεί το ναι που απειλητικά το όχι κοιτούσε.

Κράτησαν ένα λεπτό σιγής. «Πόσο αφελές και μεγαλόπνοο», σκέφτηκαν σίγουρα και οι δύο. Να προσπαθήσεις να κρατήσεις στα θνητά σου χέρια όχι μόνο τη σιγή, αλλά και το χρόνο. Το λεπτό είχε ήδη φύγει και η σιγή έδωσε τη θέση της στο φόβο. Γιατί η ίδια η σιγή άλλωστε από φόβο απλώθηκε σα δίχτυ στο δωμάτιο· όταν πάλι και οι δυο τους αντιλήφθηκαν ότι οι λέξεις είχαν φοβηθεί τα χείλη. Αυτές τρεμάμενες το στόμα θέλανε ν’αφήσουν, μα τα κόκκινα συρόμενα τείχη άλλου διαταγές ακολουθούσαν.

Κι εκεί, ανάμεσα στο όχι και το ναι, το φόβο και τη σιγή, το μαχαίρι και τη φωτογραφία ήρθε εκείνος που πάντα λύσεις δίνει, ο Αύγουστος. Και μετά πάλι σιγή. Λίγες στιγμές μακριά της η πρώτη κραυγή: ο Αύγουστος γεννούσε ποτάμι, από αίμα μαύρο και φως ροδακινί.

Posted in | Leave a comment

30



[30]



Τριάντα μέρες δίχως φιλί,
μέρες απουσίας που μόνο πόνο φέρνουν στα χείλη,
που τη λαλιά τους σαπίζουν
και με το δάκρυ μαζί στο χώμα πέφτουν.

Τριάντα νύχτες γεμάτες μισά.
Μισά κρεβάτια, μισές αγκαλιές, σκέψεις μισές.
Οι μυρωδιές σου, θύμιση του πλάνου μυαλού,
για στιγμές το μισό κάνουν ένα.

Χρόνε μοιροκράτη τα μάτια λίγο σβήσε,
να γίνει το τριάντα είκοσι και το είκοσι τώρα.
Γιατί θλίψη λένε τον εχθρό
και τα σκήπτρα σου θα κλέψει.

·~·~·~·

Μου λείπεις. Ήδη.

Posted in | Leave a comment

Αιμα, αμμος, αμα



Κόκκινο πότισε τη γωνιά του στην απομονωμένη παραλία. Αυτό ξεκίνησε να ρέει ανάμεσα στους υποτυπώδεις αμμολόφους που άφησε κάτω της η πατούσα του. Του’κανε εντύπωση. Έμεινε να το κοιτά. Πόσο αλλόκοτη ήταν η βρεγμένη με αίμα, κόκκινη πλέον άμμος. Ξένη ουσία απ’το σώμα του καλοκαιριού. Όπως και ο μεγάλος αχινός μέσα του, ξένος κι αυτός στην ανθρώπινη σάρκα. Δίπλα στο γράμμα της, πάνω στο βράχο, που πολλές λύπες είχε γευτεί στα νερά του, λιαζόταν η καρδιά του. Ναι, η μεγάλη του καρδιά. Λίγα λεπτά πριν την αφαίρεσε με ζηλευτή μαεστρία αντικαθιστώντας την με το μεγαλύτερο αχινό που το μάτι του σημάδευσε. Μαύρος, ακιδωτός, φοβισμένος αλλά ζωντανός αυτός. Σα σκούρες ακτίνες φωτός, τ’αγκάθια του σαλεύαν ατάκτως. «Νυχτερινό ήλιο» θα τον βάπτιζε αν είχε το σημειωματάριο του εκεί κοντά, ή «σκοτεινή πλευρά του ήλιου». Όλοι έχουν μία τέτοια άλλωστε. Όπως κι εκείνη, η αποστολέας του σιχαμένου, αισχρού γράμματος. Λόγια τόσο θλιβερά, στα όρια της εν ψυχρώ δολοφονίας. Λέξεις-σφαίρες, αυτοκτονικές, δολοφονικές, τυφλές. Χα! Στην έσκασα, φώναξε όμως στο χαρτί. Έκλεισε τελείως τη ραφή στο στήθος του, έκοψε την κλωστή, σηκώθηκε κι έβαλε τη μάσκα του για το κολύμπι. Με τον αχινό πλέον στη θέση της καρδιάς τίποτα θλιβερό, τίποτα δολοφονικό δε θα τον απειλήσει ξανά.

Posted in | Leave a comment

Ο αναπτήρας






Το υγρό σου το φιλί,
τα ρηχά σου τα λακάκια,
τα ζεστά τα μάτια,
ή μήπως το χαμόγελο το βαθύ;

Το πρόχειρο σου το μπλουζάκι,
το μαύρο το βραχιόλι,
το σβηστό σου το τσιγάρο,
ή μήπως η πετσέτα η βρεγμένη;

Τ’αληθή και στέρεα
με τα φτιαχτά μπερδεύω.
Ό,τι δικό σου αγγίζω,
θαύμα θεών θυμίζει.

Μα τούτο εδώ τον αναπτήρα
όσο λίγα τονε ζήλεψα,
που με κάθε σου μικρή αγκαλιά
φωτιά στον αέρα σου σκορπά.

Posted in | Leave a comment

Extreme revolution



Μεγάλος φαν των ακραίων ομαδικών αθλημάτων ο ίδιος δε δείλιασε ούτε στιγμή. Η γυναίκα του, οι γονείς του και οι φίλοι του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. «Μα τί πας να κάνεις; Τα’χεις όλα, γιατί θες να ρισκάρεις να τα χάσεις;», του λέγανε άλλοτε από απορία και άλλοτε με θυμό. Το ίδιο θα του’λεγε μάλλον και η νεογέννητη κορούλα του, αν και αυτός ήλπιζε ότι θα βάδιζε στα χνάρια του μεγαλώνοντας.

Είναι έτοιμος. Ο διάδρομος με τις ακραίες δοκιμασίες απλώνεται μπροστά του. Ηρεμεί, συγκεντρώνεται, παίρνει βαθιές ανάσες και ξεκινά με αργό βήμα αρχικά. Εμπόδιο πρώτο, μια εφημερίδα ανοιγμένη στις πολιτικές ειδήσεις. Την πατάει με μεγάλη δυσκολία, ίσως και φόβο, γλιστρά και πέφτει στο χώμα. Το κεφάλι του αιμορραγεί. Σηκώνεται όμως, τρέχει και αποφασισμένος πηδά το δεύτερο εμπόδιο-βουνό, μια τηλεόραση που προβάλλει δελτίο ειδήσεων. Οριακά δεν τα καταφέρνει και το πόδι του σπάζοντας το γυαλί χώνεται μέσα της. Τα λόγια της εντεταλμένης ρεπόρτερ θυμίζουν τώρα χαλασμένη κασέτα μαγνητοφώνου. Το γυαλί του σκίζει το δέρμα, αλλά εκείνος σηκώνεται πάλι να συνεχίσει. Το δρόμο του κλείνει ένα μεγάλο, ψυχρό, διαφανές κουτί με αιματοβαμμένα χρήματα. Θυμίζει τράπεζα. Πέφτει με φόρα πάνω του για να το σπρώξει χάνοντας δύο δόντια. Κι άλλο αίμα στο χώμα, αλλά το κουτί μετακινήθηκε όσο έπρεπε για να περάσει. Εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά φτάνει μπροστά σε δύο σειρές από χέρια με γκλομπς. Τον χτυπάνε καθώς περνά ανάμεσά τους. Στο πρόσωπο, στην κοιλιά, στον αυχένα, στα χέρια, στα πόδια. Σέρνεται στο χώμα. Ξαφνικά κάποια χέρια, άλλα χέρια, τον τραβάνε έξω και φροντίζουν τις πληγές του. Άγνωστα χέρια, ιδρωμένα και χτυπημένα σαν τα δικά του ήταν αυτά.

Οι κανόνες του αθλήματος όμως παραβιάστηκαν. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία. Θα υποχρεωθεί να επαναλάβει τη διαδρομή. Ξανά και ξανά. Πλέον όμως όχι μόνος, το ξέρει. Και τα χέρια τα πολλά τα άγνωστα, μόνο άγνωστα δε θα΄ναι πια.

Posted in | Leave a comment

Pause




 
Εξαιρετικός στο μέτρημα. Ήξερε ακριβώς πόσα βράδια αυγουστιάτικου φεγγαριού στεκόντουσαν πίσω του στάζοντας. Πόσα ζεστά πρωινά του Μάη έπρεπε να πετάξει τα βαριά παπλώματα από τα πόδια του. Θυμόταν κάθε αλλαγή, κάθε μεταβολή που συζεύγνυε τη θνητή του υπόσταση με αυτή του αιώνιου κοσμικού.

Μέχρι τη μέρα που γνωρίστηκαν. Τη στιγμή δηλαδή εκείνη που βλαστήμησε την ανθρώπινη του φύση και τα εύθραυστά του μάτια. Όταν θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να κάνει τα μάτια του μηχανή. Μηχανή ψυχρή που θα εγκλώβιζε για πάντα το θέαμα που αντίκρυζε βαθιά μέσα στις χαρακιές του μυαλού του. Χα! Άκου για πάντα! Πόσο θρασύς! Με την πρόφαση του έρωτα να καπηλεύσει την παλιότερη ιδέα, αυτή του χρόνου. Κι όμως ο μπαγάσας τα κατάφερε. Παύση. Πάγωμα. Αποβίβαση. Έστω και για λίγο ο συρμός του χρόνου σφύριζε χωρίς αυτούς πάνω του.

Ήταν από τις μέρες εκείνες της ζωής του που τα χείλη γελούσαν, αλλά το μυαλό ξεγελιόταν. Έπαψε από τότε να μετράει κι αυτές ήταν οι μόνες μέρες που θυμόταν αριθμητικά μετά τη συνάντησή τους. Πόση σημασία να’χει όμως αυτή η απώλεια μνήμης; Καμία, λέει ο ίδιος προσπαθώντας να μετρήσει Ιούληδες με τα δυο του χέρια. Έπαιξε με τα θεριά και κέρδισε. Έπαψε να μετρά παύοντας το χρόνο που τον κοιτούσε κατάματα. Ναι, για μία αιώνια στιγμή μόνο. Πόσες απ’αυτές χρειάζεσαι άραγε;

Posted in | Leave a comment

Ορισμοι






-       Τί εννοείς, «τελείωσες»;
-       ...
-       Μα δεν ξεκινήσαμε καν...
-       Έκανα ένα λάθος. Συγγνώμη.
-       Δηλαδή;
-       Τελείωσα με μία σκέψη, πριν προλάβω καν να σε αγγίξω.
-       Τί σκέφτηκες;
-       Ότι σε αγκαλιάζω. Αυτό μόνο.

Posted in | Leave a comment

Kρητη

Όπου κι αν τα μάθια μου πλανέψω, όποια γη τα πόδια μου κι αν πατήξουν, όσες ξένες χέρες και ν’αγγίζω, ό,τι μουσικές ξενικές κι έμμορφες τ’αυτιά μου να γροικούν, σε τούτα δω τα χώματα αδερφέ να με σκορπίσεις.


Πρώτα το κλάμα τσ’αγάπης κ’έπειτ’αυτό τση λύρας τα στερνά μου ακούσματα θέλω γω να’ναι. Σκιά των Αστερουσίων το βαγιοκλαδισμένο μου καθελέτο να δροσίζει κι αλάτσι του Λιβυκού τον κρόκο να τον καίει. 


Μηδέ πλούτη και δόξες, μηδέ μεγάλες τύχες μη μου πέψει η μοίρα, αν είναι ετούτη δω τη γη για πάντα ν’αφήκω κι η ψυχή μου απ’αλλού ν’ανεπεταρίξει. Κι αν είναι τούτο δω το θέλημα ποτέ του να μη γίνει, καλλιά ντελόγο να μου πάρεις τον αέρα που φυσώ.



γροικώ=ακούω
βαγιοκλαδισμένο=περιποιημένο
καθελέτο=νεκροκρέβατο
πέμπω=στέλνω
ανεπεταρίζω=ανοίγω τα φτερά μου και πετώ
ντελόγο=αμέσως
Crocus sieberi sieberi: ενδημικός κρόκος της Κρήτης που συναντάται κυρίως την άνοιξη κοντά σε περιοχές που λιώνει το χιόνι

Posted in | Leave a comment

Στα μισα του Παθους




 
Στα μισά του πάθους πάνω σε ήρεμα, νωπά σεντόνια,
με δάχτυλα κεντημένα απ’τη μεθυστική κόμη,
στον ήχο της κοιμώμενης ουσίας,
στην όψη της σάρκας που προβάλλει απ’το λευκό,
αφήνει το Πάθος απ’το χέρι και τη συναντά.

Στο άγγιγμα του στήθους που πάλλεται,
στα βλέμματα που το νου πλουτίζουν,
με χείλη από χείλη βρεγμένα,
στη σκιά του αειφόρου Μάη,
σκύβει και πιάνει την Αγάπη απ’τη μέση.

Posted in | Leave a comment

Σταχτη και φως





Πόσο φτωχές έχεις κάνει τις λέξεις μου· πόσο μουντές τις εκφράσεις του προσώπου μου και πόσο εύκολα τα αχ των πόνων μου.

Στάχτη της γόπας που αργοσβήνει στη σκοτεινή γωνιά του δρόμου και φως του άστρου που πεθαίνει στο άπειρο, το εγώ μου δίχως το δικό σου.

Λόγια που άλλοι φοβούνται να χαρίσουν, λόγια βαριά που κλειδώνουν, ποτέ μας δεν προλάβαμε ν’ανταλλάξουμε.

Πόση σημασία να’χουν άραγε εφτά γράμματα μπροστά σε δυο ζωές που’γίναν μεμιάς μία;

Posted in | Leave a comment

Μαριγω, η αστρολογος ζωων





Φουλ καψούρα η Ίγκο αδυνατούσε να γράψει κάτι σοβαρό, ή μάλλον σοβαροφανές, για τη στήλη της στην εφημερίδα «Κυκλοφορία & Οπλοφορία». Πριν από έξι μήνες η πρώην Μαριγώ και νυν Ίγκο άφησε τη Λάρισα για να κατέβει στην Αθήνα. Ως απόφοιτη ιδιωτικής σχολής δημοσιογραφίας ήλπιζε ότι η μετανάστευσή της στην πρωτεύουσα θα την έφερνε πιο κοντά στην πραγμάτωση των επαγγελματικών της ονείρων. Η εφημερίδα αυτή δεν ήταν ακριβώς ό,τι ονειρευόταν, αλλά ήταν σίγουρα ένα βήμα πιο κοντά απ’ό,τι η διανομή εφημερίδων που έκανε στη γενέτειρά της. Η «Κυκλοφορία & Οπλοφορία» είχε φανατικό κοινό ανάμεσα σε κυνηγούς και λοιπούς οπλοκατόχους. Χιουμοριστική μάλλον ήταν η στήλη της, «ο Ερμής του θηράματος». Ποια είναι η κατάλληλη μέρα για να βγει ο κυνηγός στο πεδίο βάσει του ζωδιακού χάρτη του θηράματος; Έχει ανάδρομο Ερμή ο φασιανός αυτή την εβδομάδα κι επομένως θα’ναι ευκολότερος στόχος; Είναι στα ύψη η ερωτική διάθεση της μπεκάτσας ή μήπως απ’τη βαρεμάρα δε θα κουνήσει ούτε πούπουλο;

Η Ίγκο – όπως υπέγραφε την εβδομαδιαία της στήλη – είχε πολύ χιούμορ, αλλά παράλληλα δεν ήθελε να αποδεχτεί ότι τη διαβάζουν μόνο κάποιοι οικογενειάρχες κυνηγοί. Όπως για παράδειγμα ο θείος της ο Σήφης στην Κρήτη που πρόσφατα βάφτισε την κόρη του Μπαλωθιά. Φαντασιωνόταν, ότι το τεύχος έφτανε με courier σε περίεργους συνδρομητές μέσα σε μαύρη συσκευασία που δε θα πρόδιδε το περιεχόμενο του. Η εφημερίδα βέβαια ούτε συνδρομές είχε, ούτε λεφτά για να στέλνει courier, άλλα έτερον εκάτερον. Στη λίστα των φανταστικών συνδρομητών συναντούσες παράνομους κυνηγούς, επίδοξους δολοφόνους, αλλά και…πτηνά που διάβαζαν τα ζώδια τους! Φανταζόταν ψηλοράμφικα ορτύκια με μπικουτί να διαβάζουν τα ζώδια τους στο κομμωτήριο και γελούσε μόνη της μπροστά στον υπολογιστή.

Κατά βάθος η Ίγκο ήξερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό της, αλλά κοινωνικό. Σε κοινωνίες απόλυτης εξειδίκευσης όπως οι σημερινές κάποιος έπρεπε να βρεθεί που να’χει χιούμορ, να ξέρει τα βασικά για τ’άστρα, να είναι σχετικός με τη δημοσιογραφία και ν’απευθύνεται με τα κείμενα του σε ένα πολύ εξειδικευμένο κοινό. Αλλά δεν απογοητευόταν αυτή. Έβλεπε την όλη εμπειρία σαν bullet. Όχι του όπλου, αλλά του βιογραφικού της. Έπειτα από χρόνια, στα τηλεοπτικά αφιερώματα για το δημοσιογραφικό της έργο φανταζόταν τον εξής διάλογο:
-       Η πορεία σας μόνο ανοδική μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί, αν σκεφτεί κανείς ότι ξεκινήσατε ως αστρολόγος σε εφημερίδα για το κυνήγι! Έτσι δεν είναι;
-       (γέλια) Ναι, δίκιο έχετε. Μάλιστα, αστρολόγος πτηνών παρακαλώ! (γέλια ξανά, τίναγμα μαλλιού και γενικότερο παίξιμο με το φακό).
Τί ήθελα να σας πω όμως; Α ναι. Η Μαριγώ, που λέτε, είναι φουλ καψούρα και αδυνατεί να γράψει αυτές τις μέρες...

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.